2000 χρόνια μετά

“Βρισκόμαστε σήμερα εδώ, στο Γολγοθά, για τους εορτασμούς των 2000 χρόνων από τη Σταύρωση του Χριστού.

 Οι διοργανωτές μας έχουν υποσχεθεί μία άνευ προηγουμένου εκδήλωση, ενώ πολλοί μιλούν για μία αποκάλυψη που θα συγκλονίσει.

 Η αποκάλυψη φαίνεται να σχετίζεται με το τεράστιο κατά το πως μοιάζει ορθογώνιο κουτί που βρίσκεται σκεπασμένο πάνω στη σκηνή στην κορυφή του λόφου. Η αλήθεια είναι πως το σκηνικό μοιάζει με συναυλιακό χώρο, με τη γιγάντια οθόνη από πίσω, να δίνει τροφή σε διάφορες εικασίες για το ποια μεγάλα ονόματα της παγκόσμιας μουσικής σκηνής, μπορεί να συμμετέχουν.

 Στα δεξιά του μυστηριώδους κουτιού, έχει στηθεί ένας μεγάλος ξύλινος σταυρός και όλοι περιμένουμε με αγωνία το άνοιγμα της αυλαίας.

 Τώρα μόλις ανεβαίνει στη σκηνή ο πρόεδρος της ένωσης Φαρισαίων, Ζιβ Αμπιντάν. Ο λόγος σε εκείνον.”

 “Χαιρετάμε τον κόσμο, από αυτό εδώ το σημείο όπου ακριβώς 2000 χρόνια πίσω, ο Χριστός έλαβε την τιμωρία του για την παραβίαση των νόμων της εποχής. Μία τιμωρία, νίκη της δικαιοσύνης και η οποία θα έπρεπε να μας θυμίζει ότι ουδείς είναι ανώτερος κανενός απέναντι στο νόμο.

 Επί 2000 χρόνια, μία ολόκληρη θρησκεία βασίστηκε, σε μία παραδοχή. Ότι ο Χριστός ως θεάνθρωπος, αναλήφθηκε στους ουρανούς. Ότι θανατώθηκε πάνω στο σταυρό και στη συνέχεια αναστήθηκε και πήρε τη θέση του στα ουράνια.

 Επί 2000 χρόνια, σχεδόν το ένα τρίτο του πληθυσμού της Γης ζει και ακολουθεί ευλαβικότατα τα βήματα του θεανθρώπου Χριστού από τη ζωή, στη σταύρωση, στο θάνατο και στην ανάστασή του.

 Μα τι θα συνέβαινε αν ξαφνικά αποδεικνυόταν ότι ο Χριστός που θεωρείται ως ο υιός του Θεού, ουδέποτε αναστήθηκε; Ότι η υπόσχεση της ανάληψης στους ουρανούς, ακολουθώντας μία ενάρετη ζωή, είναι μία κίβδηλη υπόσχεση; Ότι το πρόσωπο το οποίο συστήθηκε στην ανθρωπότητα ως θεάνθρωπος τόσα χρόνια πίσω, ήταν απλά ένας παγαπόντης άνθρωπος; Ένας ψεύτης;”

 Το υφασμάτινο κάλυμμα του κουτιού πέφτει και αποκαλύπτει ένα γυάλινο κλουβί όπου μέσα βρίσκεται ένας άνδρας σταυρωμένος. Στο κεφάλι φοράει ένα ακάνθινο στεφάνι και αίμα τρέχει από τις πληγές του. Τα χέρια του και τα πόδια του καρφωμένα πάνω στο ξύλο. Το σώμα του, λιπόσαρκο. Ο σταυρός στηριγμένος σε μία τεράστια πλάκα από τσιμέντο το οποίο έχει πάρει ένα βαθυκόκκινο χρώμα.

 “Ιδού ο υιός του Θεού. ο Θεάνθρωπος. Αυτός που στο όνομά του δημιουργήθηκε μία ολόκληρη θρησκεία και εξαπάτησε δισεκατομμύρια ανθρώπων. Αυτός που όχι μόνο δεν αναλήφθηκε  στους ουρανούς, αλλά δεν έχει καν την ικανότητα να κατέβει από το σταυρό. Άρα για ποιον Θεό μιλάμε;

 Όμως δεν είμαστε εδώ για να εξευτελίσουμε έναν συνάνθρωπό μας. Όχι. Είμαστε εδώ για να υπενθυμίσουμε ότι αν η δικαιοσύνη εφαρμόζεται σωστά, τότε οι κοινωνίες μας μπορούν να ευημερούν. Ο άνθρωπος αυτός συνεχίζει αμετανόητα να δηλώνει ως ο υιός του Θεού, τόσα χρόνια μετά και για όσο δε μετανοεί, τόσο η τιμωρία του θα παρατείνεται.

 Έτσι, 2000 χρόνια μετά, ερχόμαστε να αναβιώσουμε τα γεγονότα της σταύρωσης του, δίνοντας τη δύναμη στον κόσμο να αποφασίσει ποιος θα τιμωρηθεί για τις πράξεις του και θα βρεθεί στα αριστερά του Χριστού πάνω στο σταυρό, όπως τότε.”

 Ο Ζιβ δείχνει στο πλάι της σκηνής. Από μία μικρή σκάλα, ανεβαίνει πάνω πρώτα μία γυναίκα και πίσω της ακολουθούν 2 άντρες. Όλοι τους αλυσοδεμένοι και εμφανώς καταβεβλημένοι.

 Φορούν ολόσωμες, πορτοκαλί φόρμες. Παίρνουν θέση ο ένας δίπλα στον άλλον. Η γιγαντοοθόνη πίσω τους, φέρνει τα χαρακτηριστικά των προσώπων τους πιο κοντά σε όλους όσοι παρακολουθούν την εκδήλωση, απ’ οποιοδήποτε μέρος του κόσμου.

 Ο Ζιβ ξαναπαίρνει για μία στιγμή το λόγο, πριν παραδώσει τη θέση του στους κατάδικους.

 “Η Έλσα κατηγορείται ότι σκότωσε το σύζυγό της, αρχιερέα της κοινότητας Μπάροους, o Ρουσλάν ότι δολοφόνησε μία γυναίκα, μητέρα τριών ανήλικων παιδιών και ο Πιέτρο κατηγορείται για τον εμπρησμό του γηροκομείου Αγία Λουκία και τη δολοφονία του ιατρικού και διοικητικού προσωπικού της μονάδoς.

 Ας αφήσουμε λοιπόν τον καθένα να μας πει την απολογία του, πριν αποφασίσετε ποιος θα λάβει την τιμωρία της σταύρωσης. Ο λόγος σε αυτούς πριν η απόφαση πέσει στα χέρια όλων σας.”

 Ένας προβολέας πέφτει πάνω στην Έλσα. Εκείνη χαμηλώνει τα μάτια. Η φωνή της σπάει. Βγαίνει με δυσκολία.

 “...τ-τον αγαπούσα. Όμως για εκείνον, πάντα ήμουν ανάξια. Ένα σκουπίδι. Προσπαθούσαμε για καιρό να κάνουμε παιδιά. Μα δεν τα καταφέρναμε. Η αιτία για εκείνον ήμουν μόνο εγώ. Όλα του τα προβλήματα, μόνο εγώ.

 Όταν έμαθα για πρώτη φορά ότι με απατούσε, ένιωσα ότι εγώ έφταιγα. Τον άφησα να νομίζει ότι δεν ήξερα τίποτα και προσπάθησα περισσότερο, να τον κρατήσω κοντά μου.

 Εκείνος συνέχισε και δεν ήταν μόνο μία (η Έλσα ξεσπάει σε κλάματα). Ήταν πολλές. Μία μέρα έμαθα από κάποιον δικό του ότι όταν ήταν στη εφηβεία, εξαιτίας ενός ατυχήματος, είχε χάσει τη γονιμότητά του. Το ήξερε. Έχασα τον κόσμο. Σκέφτηκα πως δύσκολα συμβιβάζεσαι με κάτι τέτοιο και ήρθα ακόμη πιο κοντά του. Μα εκείνος συνέχιζε να με αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο.

 Όταν όμως τον έπιασα μέσα στο ιερό να εκμεταλλεύεται ένα κοριτσάκι, έσπασα…”

 Η Έλσα θάβει το πρόσωπό της μέσα στα χέρια της και γονατίζει. Ακολουθεί μία παύση. Ο προβολέας σβήνει και ένας δεύτερος πέφτει πάνω στο Ρουσλάν. Εκείνος με μάτια ορθάνοιχτα, κοιτάζει δεξιά αριστερά.

 Μαζεύει τα χέρια του στο πρόσωπό του, χαμηλώνει το κεφάλι και με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, αρχίζει να μιλάει.

 “...δούλευα 14 χρόνια στην εταιρεία. 14 χρόνια! Έπαιρνα 1200 λέι και ποτέ δεν είχα ζητήσει το παραμικρό. Ούτε αργίες, ούτε υπερωρίες, ούτε τίποτα.

 Σιγά σιγά, τα βγάζαμε πέρα με τη μικρή μου Γιασμίν. Τη Βερόνικα, τη μαμά της, την είχαμε χάσει λίγα χρόνια πίσω.

 Όταν μου ανακοίνωσε η κα Σιομπάνου ότι έπρεπε να με απολύσει λόγω περικοπών, νόμιζα ότι μου έκανε πλάκα. Μα έλεγε αλήθεια.

 Η κρίση δε με βοήθησε να βρω δουλειά. Τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ. Πήγα και την ξαναβρήκα και την παρακάλεσα να με πάρει πίσω, έστω και με λιγότερα. Μου είπε πως δεν ήταν κάτι προσωπικό, αλλά δε μπορούσε να γίνει αλλιώς.

 Έκανα διάφορες μικροδουλειές, μα όχι κάτι σταθερό. Δεν έφτανε. Χάσαμε το σπίτι μας. Κοιμόμασταν στο αυτοκίνητο. Ζητιάνεψα. Με το ζόρι έβρισκα ένα πιάτο φαγητό για τη μικρή. Για εμένα δε με ένοιαζε τόσο.

 Αρρώστησε βαριά. Πήγαμε στο νοσοκομείο, μα…”

 Σφίγγει τα χέρια του στο στήθος του και χαμηλώνει το κεφάλι ακόμη πιο πολύ. Τα μάτια του δακρύζουν. Με τρεμάμενη φωνή συνεχίζει.

 “Τότε άκουσα πως εκείνη η χρονιά ήταν η πιο κερδοφόρα για την εταιρεία της κας Σιομπάνου. Βρήκα ένα πιστόλι. Το προόριζα για μένα. Ούτε που θυμάμαι πως έφτασα εκεί που σύχναζε. Όταν την είδα μπροστά μου, όλα έγιναν αυτόματα…”

 Τα γόνατά του και τα χέρια του τρέμουν. Ρίχνει μία κλεφτή ματιά στο σταυρωμένο Χριστό στην άκρη της σκηνής και ψελλίζει συγγνώμη.

 Ο προβολέας σβήνει και ένας τρίτος πέφτει πάνω στον Πιέτρο. Εκείνος προς στιγμή μισοκλείνει τα μάτια του και σηκώνει τα αλυσοδεμένα χέρια του, για να προστατευτεί από το φως. Κοιτάζει πίσω του τον Ζιβ, που κάθεται σε μία εντυπωσιακή πολυθρόνα, με τα πόδια σταυρωμένα. Γυρνάει μπροστά και με φωνή σταθερή, λέει:

 “Ελπίζω όλοι τους να συνεχίζουν να καίγονται στην κόλαση. Όλοι τους! Για το μόνο που μετανιώνω, είναι που δεν το έκανα πιο νωρίς, μήπως κατάφερνα να σώσω ακόμη περισσότερες ψυχές από όσες μαρτυρήσανε εκεί μέσα.”

 Ακολουθεί μία μεγάλη παύση. Ο Πιέτρο σε στάση ανάπαυσης, κοιτάζει πέρα τον ορίζοντα. Ο Ζιβ σηκώνεται και περνάει μπροστά από τους τρεις κατάδικους, χωρίς καν να τους κοιτάξει. Καθαρίζει λίγο τη φωνή του και με τα μάτια του σαρώνει τα τηλεοπτικά συνεργεία κάτω, που καλύπτουν την εκδήλωση.

 “Ακούσαμε όλοι όσα είχαν να πουν. Τώρα η δικαιοσύνη βρίσκεται στα χέρια σας.”

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1