"Τελικά Κόργκαν, μόλις συνειδητοποίησα γιατί δεν έχω δει πολλά παιδιά της φυλής σου...", είπε ο Μέλχιορ με διάθεση για πείραγμα, στο μικρόσωμο νάνο που περπατούσε δίπλα του.
"Η άκρη του τσεκουριού μου περιμένει την εξυπνάδα που θα βγει πάλι από το ξερό σου το κεφάλι!", αποκρίθηκε ο Κόργκαν στο γνώριμο δύσθυμο ύφος του.
Ο Μέλχιορ ήταν ένα νεαρό παλικάρι που δεν έμοιαζε να έχει διαβεί ακόμη το κατώφλι της ενηλικίωσης. Το πάντα ανέμελο, χωρίς έννοιες βλέμμα του, αλλά και το παιδικό σχεδόν άτριχο πρόσωπό του, με λιγοστό χνούδι να ξεπετιέται δειλά λίγο πάνω από το πηγούνι του, συνηγορούσαν στο γεγονός αυτό. Προερχόταν από τη φυλή των ανθρώπων. Έτσι τουλάχιστον πίστευε ο Κόργκαν, καθώς η σωματική του διάπλαση, έφερνε περισσότερο σε κάποια από τις κατώτερες φυλές των γιγάντων, παρά σε κάποια από αυτές των ανθρώπων. Ατένιζε τον κόσμο περίπου από το ύψος των 2 μέτρων. Το μέγεθος των ώμων του, προκαλούσε δέος ακόμη και στους πιο γεροδεμένους ανθρώπους, ενώ οι μύες του, καλοσμιλευμένοι αν και λίγο άγουροι ακόμη, άφηναν μόνο υπόνοιες για την τρομερή του δύναμη, σε όσους δεν είχαν δοκιμάσει ακόμη τη γροθιά του. Άφηνε πάντα τα καστανά ελαφρώς σγουρά μαλλιά του να μακραίνουν αρκετά. Έβρισκε έτσι έναν ακόμη τρόπο, να πειράζει το νάνο φίλο του. Συνήθιζε να τα δένει μπροστά στο πρόσωπό του σαν μούσια και να συστήνεται στον κόσμο ως το πραγματικό παιδί του Κόργκαν. Και όταν εκείνοι τον ρωτούσαν γεμάτοι δυσπιστία ή απορία για τη μητέρα του, απαντούσε με μία φυσικότητα πως ήταν μία θηλυκή γίγαντας που την είχε χάσει σε νεαρή ηλικία. Πόσο ευχαριστιόταν τις αντιδράσεις των ξένων και πόσο εκνεύριζε κάτι τέτοιο τον σχεδόν πάντα κακοδιάθετο φίλο του. Ω πως ήθελε ο Κόργκαν να του βουλώσει το στόμα με μερικές μπουνιές. Ίσως και λίγες κλωτσιές στα καλάμια του. Άντε και καμιά σφυριά στο κεφαλάκι του που ποτέ δεν έβαζε μυαλό. «Άκου ο Κόργκαν με γυναίκα γίγαντα». Όμως του είχε αδυναμία του «μικρού». Μεγάλη αδυναμία. Τον είχε συναντήσει ένδεκα περίπου χρόνια πίσω όταν τον είχε βρει αναίσθητο στις ακτές της λιμνοθάλασσας των Διατείνοντων Αστέρων, στα νότια της πόλης Σιαρντέηλ, στα όρια της κοινοπολιτείας της Σέμπια. Το κεφάλι του άδειο από αναμνήσεις και τα πνευμόνια του γεμάτα γαλόνια θαλασσινό νερό. Η σωματική διάπλαση του νέου είχε κάνει από τότε μεγάλη εντύπωση στο νάνο, όπως και η εκρηκτική του φύση, ο οποίος είχε αποφασίσει να τον πάρει υπό την προστασία του, αφού ούτε καν η «συνωμοσία» της διαβολικής Θεάς Ούμπερλι με την Μπεσάντα δεν είχαν καταφέρει να νικήσουν τη θέληση εκείνου του νέου για ζωή.
Ο Κόργκαν δεν ήταν ένας συνηθισμένος νάνος, απολάμβανε τα περισσότερα από τα έθιμα της φυλής του. Δε μπορούσε ποτέ να αντισταθεί σε μία τσουκάλα ζεστό φαγητό και σε μία κούπα που ξεχείλιζε από μπύρα. Ήταν όμως μαθημένος στο δρόμο, ή καλύτερα στα δάση. Είχε κατέβει από τα Ερημωμένα βουνά περίπου 2 δεκαετίες πίσω, στις στοές των οποίων είχε γεννηθεί και έζησε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του, μαζί με τη φυλή του – μία μικρή ομάδα μεταλλωρύχων. Λάτρευε τη φύση από μικρός και είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην επιφάνεια, περιπλανώμενος στα δάση του Κορμανθόρ, αλλά και γύρω από αυτά. Έφερε πάντα μαζί του την κληρονομιά του ως νάνος και την πίστη του στο Μόραντιν – πατέρα όλων των νάνων. Είχε δώσει όμως όρκο, πως δε θα ξεχνούσε ποτέ τον Κιλγκάν τον ερημίτη. Το δάσκαλό του στις αρχές του δάσους και στον πατέρα της φύσης, τον Ομπάντ-Χάι.
Ο νεαρός Μέλχιορ ξέσπασε για ακόμη μία φορά σε δυνατά γέλια με την αντίδραση του φίλου του, κάνοντας τον ήδη στραβομουτσουνιασμένο νάνο, να δυσανασχετήσει ακόμη περισσότερο.
«Εδώ παραλίγο να περάσει εσένα για γυναίκα νάνο. Σου το λέω πως κάτι πάει στραβά με τον κοκκινοτρίχη. Όση μπύρα και να είχε κατεβάσει δε δικαιολογείται», είπε νευριασμένος και με ένα αίσθημα αηδίας, ο Κόργκαν.
Η αντίδραση του νάνου, πυροδότησε ένα ακόμη πιο έντονο ξέσπασμα γέλιου από τον νεαρό άνθρωπο. «Θα κάνατε πάντως πολύ ωραίο ζευγάρι…», συνέχισε περιπαικτικά.
«Προχώρα και άσε τις χαζομάρες, μικρέ!», του αντιγύρισε σε επιτακτικό τόνο. «Πρέπει να ελέγξουμε τη νότια περίμετρο του καταυλισμού και σε λίγο σουρουπώνει. Αυτά τα δάση· λίγο πιο πυκνά να ήταν και θα έβλεπες δύο και τρία δένδρα να ξεπηδούν από κάθε ρίζα…».
Τρεις μέρες πίσω, το πολύ ιδιαίτερο αυτό ζευγάρι, είχε ενσωματωθεί με ένα εμπορικό καραβάνι που είχε ξεκινήσει από την πόλη του Υψηλού Φεγγαριού, κατευθυνόμενο προς την πρωτεύουσα του Κορμίρ, το Σουζάιλ. Ήταν τέλη άνοιξης και πλησίαζε η μεγάλη γιορτή προς τιμή της Πολιούχου της πόλης, Τιμόρα. Ένα ξέφρενο πανηγύρι στηνόταν κάθε χρόνο εκεί, τιμώντας την προστασία και την καλή τύχη που τους προσέφερε απλόχερα η Θεά. Παρά το γεγονός πως η πόλη αποτελούσε έναν εξέχοντα εμπορικό σταθμό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, ειδικά κατά την περίοδο εκείνη, κατακλυζόταν από κόσμο. Εμπόρους από τις γύρω περιοχές που δράττονταν της ευκαιρίας να προωθήσουν την πραμάτεια τους, πιστούς που ήθελαν ν’ αποτίσουν τιμές προς τη Θεά, αλλά και πολλούς «τυχοδιώκτες».
Ήταν αργά το απόγευμα και το καραβάνι είχε φτάσει στο τέλος μίας πραγματικά εξαντλητικής ημέρας. Δύο ώρες πίσω, είχαν μόλις διασχίσει το φαράγγι των Κορυφών του Κεραυνού. Ένα μέρος το οποίο λυμαίνονταν διάφορες φυλές ορκς και γκόμπλινς, ενώ υπήρχαν φήμες και για κάποια πιο σκοτεινά πλάσματα. Πλάσματα που θα μπορούσαν να εμφυσήσουν τον τρόμο, ακόμη και στους πιο θαρραλέους πολεμιστές.
Αν και το καραβάνι έδειχνε καλά φυλασσόμενο και οπλισμένο, όλοι ήξεραν πως ο μεγαλύτερος σύμμαχος τους απέναντι στα πολυάριθμα και υποχθόνια πλάσματα των σκοτεινών στοών, ήταν ο ήλιος και το φως της ημέρας. Ο Κόργκαν γνώριζε αρκετά για εκείνα τα μέρη και ακόμη περισσότερα για τα ορκς, τα οποία και απεχθανόταν. Δεν ήταν μόνο ως στοιχείο της φυλής του. Αυτό το άσβεστο μίσος που τρέφουν οι νάνοι για τα συγκεκριμένα βδελυρά πλάσματα. Στον ίδιο σήμαινε κάτι παραπάνω. Χωρίς κανέναν άλλο λόγο και αιτία. Είχε μελετήσει την ανατομία τους, με την καθοδήγηση του Κιλγκάν. Του μέντορά του στα πρώτα του βήματα στην επιφάνεια. Καταλάβαινε τα έθιμά τους. Μπορούσε να εντοπίσει τα ίχνη τους, σχεδόν οπουδήποτε. Την προηγούμενη ημέρα, είχε βοηθήσει το καραβάνι, να εγκατασταθεί στα όρια του φαραγγιού των Κορυφών του Κεραυνού. Είχε επιλέξει ένα ξέφωτο αρκετά μακριά από το φαράγγι και το παρακείμενο δάσος. Ένα μέρος όπου η βλάστηση δεν ήταν υψηλή και η μορφολογία του εδάφους, δεν άφηνε σε επίδοξους επιδρομείς κανένα πλεονέκτημα. Ή όσο μπορούσε, τουλάχιστον. Ο Φέργκαλ, βετεράνος πολεμιστής, αρχηγός μίας ομάδας μισθοφόρων που είχαν προσληφθεί να συνοδεύσουν με ασφάλεια το καραβάνι στον προορισμό του, ως πιο έμπειρος είχε αναλάβει να οργανώσει τις σκοπιές. Όπως έκανε πάντα. Το μέρος που είχαν επιλέξει εκείνο το βράδυ, είχε και άλλη στρατηγική σημασία. Θα ξεκινούσαν νωρίς το ερχόμενο πρωί, με την πρώτη ακτίδα του ήλιου. Θα κινούνταν όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Σκοπός, ήταν πριν το τέλος εκείνης της ημέρας να έχουν στην πλάτη τους τις Κορυφές του Κεραυνού και να τα βλέπουν απ’ όσο γινόταν πιο μακριά. Και τα είχαν καταφέρει εξαιρετικά. Γύρω τους τώρα απλωνόταν ένα μικρό, αλλά πυκνό δάσος.
«2 μέρες μέχρι την Άραμπελ και από εκεί, άλλες 2 για το Σουζάιλ.», μονολόγησε ο νάνος. Ένας βαθύτερος στοχασμός χρωμάτιζε τις λέξεις του.
Το νεαρό παλικάρι, τον ήξερε αρκετά καλά. «Τι θες να πεις;», του απηύθυνε.
«Μάλλον δεν είναι απολύτως τίποτα. Αυτός ο Φέργκαλ ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του. Στοίχημα πως στα νιάτα του είχε συμπορευτεί αρκετές φορές με νάνους!», είπε με σχετικό θαυμασμό προς τον βετεράνο πολεμιστή, αλλά κυρίως με υπερηφάνεια συλλογιζόμενος τις πολεμικές αρετές της φυλής του και τις ικανότητές της στην οργάνωση της άμυνας.
«Αλλά;», τον πίεσε ο νέος.
«Αλλά να, τα βουνά που μόλις προσπεράσαμε, παραήταν ήσυχα…», είπε, εξωτερικεύοντας τον αρχικό στοχασμό του. «Έλα, πάρε τα ποδαράκια σου και βιάσου. Να προλάβουμε τουλάχιστον να γυρίσουμε νωρίς στον καταυλισμό, μήπως κάποιος μοιραστεί καμία μερίδα φαγητό και μ’ εμάς. Αν και δεν έχω καμία όρεξη να ξαναντικρύσω τον κοκκινοτρίχη!», είπε στο δικό του ιδιαίτερο σαρκαστικό τόνο, προσπαθώντας να αποδιώξει την οποιαδήποτε έγνοια της στιγμής.
Ο ήλιος βιαζόταν να κρύψει το λαμπερό πρόσωπό του, πίσω από την κορυφογραμμή των Κεράτων της Θύελλας. Των βουνών που διακρίνονταν στον ορίζοντα προς τα δυτικά. Οι δυνατές θύελλες και οι καταιγίδες, ήταν συχνότατο φαινόμενο σ’ εκείνα τα βουνά και οι κορυφές τους, μυτερές όπως εξείχαν προς τον ουρανό, σου έδιναν την εντύπωση πραγματικών κεράτων. Καμία εντύπωση λοιπόν, ως προς το ποιος και γιατί είχε δώσει ένα τόσο ιδιαίτερο όνομα, σ’ εκείνα τα βουνά.
Μία δροσερή πνοή ανέμου, περιδιάβαινε τη γύρω περιοχή και χαΐδευε απαλά τα φυλλώματα των δένδρων και των λοιπών φυτών. «Μείνε πίσω μου και πρόσεχε που πατάς», είπε στο συνηθισμένο επιτακτικό ύφος του ο Κόργκαν, καθώς διέσχιζαν μαζί με το Μέλχιορ τη νοητή γραμμή που οριοθετούσε την είσοδο προς το δασίδιο. Είχαν περίπου μίας ώρας φως ημέρας ακόμη, έξω στα ανοικτά. Μέσα στο δάσος όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο φωτισμός ήταν ελάχιστος. Φυλλωσιές από θάμνους και λουλούδια, ξεπετάγονταν σχεδόν από κάθε σπιθαμή του εδάφους. Η οροφή του δάσους, έμοιαζε με έναν θόλο από φύλλα και κλαδιά, απ’ όπου κάποιες φορές δραπέτευε το αποδυναμωμένο φως του βασιλεύοντος ηλίου. Η υγρασία του αέρα έφτιαχνε αέρινες οπτασίες, καθώς το πνιγμένο φως τη συναντούσε. Όλα μαζί συνέθεταν μία μαγευτική ατμόσφαιρα που έκαναν την καρδιά του Κόργκαν να σκιρτά. Αυτός ήταν κι ένας από τους πολλούς λόγους που είχε αφήσει την ασφάλεια των στοών της φυλής του και είχε επιλέξει τη ζωή στη φύση. Έξω στο άγνωστο και το αναπάντεχο.
Το αμυδρό φως, δεν ήταν καθόλου πρόβλημα για τα μαθημένα στο απόλυτο σκοτάδι μάτια των νάνων. Ούτε κι ο Μέλχιορ έδειχνε να έχει σημαντικό πρόβλημα, τη στιγμή εκείνη. Όχι ότι μπορούσε να δει στο σκοτάδι. Στο φως ενός δυνατού φεγγαριού, ναι! Πάλι όμως με κάποια δυσκολία. Πάντως, έδειχνε όπως πάντα ανέμελος. Εξάλλου εκείνος δεν έψαχνε για κάτι. Θυμήθηκε λίγα χρόνια πίσω, όταν είχε ζητήσει από τον Κόργκαν να του μάθει την ικανότητα της όρασης στο σκοτάδι. Τι αφελές από μέρους του. Δεν ήταν ικανότητα που μπορούσε να διδαχθεί, αλλά χαρακτηριστικό πολλών πλασμάτων που προσαρμόστηκαν με τους αιώνες στη ζωή χωρίς καθόλου φως. Έμελλε όμως να το μάθει αργότερα αυτό και ίσως όχι με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνος του είχε δώσει μία χούφτα χοντρό αλάτι και του είχε πει να το βάζει συχνά στα μάτια του και να τα τρίβει με δύναμη. Σφίχτηκε λίγο στη θύμηση της στιγμής εκείνης. Ο πόνος… Το τσούξιμο… Τα γέλια του Κόργκαν! Ένα πλατύ χαμόγελο χαράκτηκε στο πρόσωπό του. Ήταν η καλύτερη φάρσα που είχε σκαρώσει ο σχεδόν πάντα στριφνός, φίλος του. Ίσως και η μόνη… Συνέχισε ν’ ακολουθεί το φίλο και μέντορά του.
Το ουρλιαχτό ενός λύκου, αντήχησε κάπου μακριά. «Τον ακούς;» είπε με ένα συναίσθημα που έμοιαζε μ’ ενθουσιασμό, στον πανύψηλο νέο. «Δε σταμάτησε να μας ακολουθεί... Με έχει συμπαθήσει! Που θα μου πάει ο άτιμος. Θα τον πιάσω και θα τον εξημερώσω. Ίσως τότε καταφέρω να απαλλαγώ και από τις χαζομάρες σου.»
Και μόνο η σκέψη του δύστροπου κοντούλη φίλου του να προσπαθεί να εξημερώσει ένα άγριο θηρίο του δάσους, του άφηνε υποσχέσεις για πολλές ακόμη σκηνές γέλιου. Αποφάσισε όμως αυτή τη φορά να μην πει κάτι. Απλά έγνεψε το κεφάλι του, σε μία κίβδηλη - περιπαικτική συγκατάθεση. Όχι ότι μπορούσε να προσέξει την έκφρασή του ο νάνος. Εκείνος είχε την προσοχή του στραμμένη αλλού. Κοντοστάθηκαν για μία στιγμή. Στο δάσος επικρατούσε ηρεμία. Παρακολούθησε τον κοντοστούπη φίλο του να παραμερίζει επιμελώς μερικά χαμόκλαδα και σχεδόν να εξαφανίζεται κάτω από τα χαμηλά φυλλώματα. Ανασηκώθηκε και συνέχισαν στον ίδιο βηματισμό. Συνειδητοποίησε μερικές στιγμές αργότερα, πως είχαν αλλάξει πλήρως την κατεύθυνσή τους και προχωρούσαν πάλι προς τον καταυλισμό. «Χάθηκες;» είπε σαρκαστικά στο νάνο που προπορευόταν λίγα βήματα. «Πείνασα!», του απάντησε εκείνος κοφτά. Το δεξί του χέρι, είχε πλησιάσει το μικρό τσεκούρι που έφερε στη δεξιά πλευρά της ζώνης του. «Ορκς», σιγομουρμούρισε ο νάνος κάτω από την ανάσα του. Ο «μικρός» άνθρωπος, δεν αντέδρασε. Οι δύο φίλοι συνέχισαν την πορεία τους, στο ίδιο μοτίβο.
Ένα κλαδί έσπασε κάπου πίσω τους κι ένα βέλος καρφώθηκε σε έναν κορμό δεξιά μπροστά τους. «Στον καταυλισμό γρήγορα!», φώναξε ο Κόργκαν και τράπηκαν και οι δύο τους σε φυγή. Και άλλα βέλη πέταξαν, όμως η πυκνή βλάστηση τους προσέφερε αρκετή κάλυψη. Ο Κόργκαν πλέον κρατούσε και τα δύο του μικρά τσεκούρια στα χέρια του, ενώ ο Μέλχιορ είχε τραβήξει από το θηκάρι στην πλάτη του, το «γιγαντιαίο» πολεμικό του τσεκούρι. Πολεμικές ιαχές ακούστηκαν κοντά από τον καταυλισμό που σύντομα συνοδεύτηκαν από φωνές τρόμου και απόγνωσης. Οι δύο φίλοι δεν κοντοστάθηκαν καθόλου, βγαίνοντας από το δάσος. Στ’ αριστερά τους, μία μεγάλη δύναμη από ορκς και γκόμπλινς ξεχυνόταν μέσα από τα δένδρα. Κάποια από αυτά, στράφηκαν πάνω τους. Ο Κόργκαν πήρε αμυντική στάση. Κάνοντας ένα βαθύ κάθισμα και φέρνοντας τα τσεκούρια του μπροστά στο ύψος του στήθους του, ετοιμάστηκε για τις πρώτες επιθέσεις. Ο Μέλχιορ, με δύο δρασκελιές τον προσπέρασε και επιτέθηκε με φόρα πάνω σε ένα ορκ που εφορμούσε. Με ένα αστραπιαίο κατέβασμα του τσεκουριού του, άνοιξε κυριολεκτικά το κεφάλι του πλάσματος στα δύο, ανακόπτοντας παράλληλα δύο άλλα ορκς που ακολουθούσαν λίγο πιο πίσω. Μερικά γκόμπλινς, στη θέα του γιγαντόσωμου νέου και της πανίσχυρης επίθεσής τους, ανέστρεψαν την πορεία τους και ξαναχώθηκαν στο δάσος απ’ όπου είχαν εμφανιστεί. «Στο καραβάνι, μικρέ!», φώναξε ο Κόργκαν. Ο Μέλχιορ υπάκουσε σαν σε διαταγή. Έκανε να φύγει. Όμως ένα ορκ τον είχε πλησιάσει αρκετά ώστε να του επιτεθεί σ’ εκείνη τη στιγμή απροσεξίας. Λίγο η τύχη, λίγο τα αστραπιαία αντανακλαστικά του νέου και το ξύλινο ρόπαλο του πλάσματος, σταμάτησε πάνω στη λαβή του τσεκουριού του Μέλχιορ. Ο νέος δεν έμεινε να πολεμήσει. Ο νάνος ήταν στη στιγμή εκεί, μπήγοντας το αριστερό του τσεκούρι στο θώρακα του πλάσματος και το δεξί στο κεφάλι του. Ξαναπήρε αμυντική στάση. Δύο ορκς του επιτέθηκαν, όμως η τεχνική τους ήταν απαίδευτη. Κανένα πρόβλημα για τον νάνο να παραμερίσει τα άτεχνα σπαθιά τους. Τους αντεπιτέθηκε.
Ο Μέλχιορ πλησιάζοντας στον καταυλισμό, είδε αρκετούς από τους αμάχους, νεκρούς. Ο Φέλγκαρ έστεκε με πλάτη μπροστά από μία άμαξα, φράζοντας – κατά το πώς φαινόταν – την πόρτα της με το σώμα του. Μπροστά του κείτονταν μερικά πλάσματα από τους επιτιθέμενους, ασάλευτα. Κρατούσε ψηλά την ασπίδα και το σπαθί του και φώναζε παραινέσεις προς την ομάδα του, η οποία είχε σχηματίσει λίγο πιο πέρα έναν άψογο αμυντικό κύκλο. Με θάρρος και αυτοπεποίθηση, κρατούσαν τις γραμμές τους ανέπαφες και όταν τους παρουσιαζόταν η ευκαιρία, χτυπούσαν θανάσιμα τα ορκς που είχαν κλείσει ερμητικά γύρω τους. Τριγύρω έκαιγαν φωτιές που καθώς δυνάμωναν, γιγάντωναν τις διάφορες σκιές και τις έκαναν να χορεύουν ξέφρενα. Ο Μέλχιορ πλησίαζε γοργά. Ένας άνθρωπος του επιτέθηκε έξαφνα πίσω από ένα κάρο, σκίζοντάς τον λίγο στο δεξί μπράτσο. Ο νέος σάστισε όχι τόσο από τον πόνο, όσο από την αποκάλυψη. «Άνθρωπος; Τι δουλειά είχε με τα ορκς;», αναρωτήθηκε. Η δεύτερη επίθεση τον βρήκε σχεδόν το ίδιο απροετοίμαστο. Κατάφερε να την αποφύγει με δυσκολία, κάνοντας ένα μικρό, ασυναίσθητο βήμα προς τα πίσω. Ύψωσε με ταχύτητα την κάτω πλευρά του τσεκουριού του. Ο ληστής δεν περίμενε μία τέτοια κίνηση και έχασε την αυτοσυγκέντρωσή του μαζί με την ισορροπία του, προς στιγμή. Σαφώς ο νέος δε βρήκε στόχο. Ήταν αρκετά φιλόδοξη, μία τέτοια κίνηση. Ήταν αρκετή όμως για να κερδίσει λίγο χρόνο και να εξαπολύσει μία πλάγια σαρωτική επίθεση, τραυματίζοντάς τον εισβολέα θανάσιμα λίγο πιο πάνω από τη λεκάνη. Η φωνή του Φέλγκαρ, δεν ακουγόταν πλέον. Έντρομος τον αναζήτησε με τα μάτια του. Τον εντόπισε στην ίδια ακριβώς θέση ν’ανοιγοκλείνει το στόμα του με ένταση, αλλά κανένας ήχος να μη δραπετεύει από το σημείο εκείνο. Ούτε καν το ρυθμικό χτύπημα του σπαθιού του, πάνω στη μεταλλική του ασπίδα. Γύρισε προς την ομάδα των μισθοφόρων. Οι γραμμές τους είχαν αρχίσει να εξασθενούν. Προσπαθούσαν και αυτοί με τη σειρά τους να δουν αν ο αρχηγός τους ήταν καλά. Τα πλάσματα δεν πλησίαζαν. Αντιθέτως, απομακρύνονταν σιγά σιγά, παρά το γεγονός πως εκείνη ήταν η καλύτερη στιγμή για να επιτεθούν.
Μία περίεργη σκιά πίσω και στ’ αριστερά του Φέργκαλ κινήθηκε. «Όχι! Δεν ήταν σκιά». Ένας ακόμη άνθρωπος εμφανίστηκε. Φορούσε κουκούλα και μία καφετιά δερματόδετη στολή. Επιτέθηκε ύπουλα στο Φέργκαλ, το βετεράνο πολεμιστή. Τον μαχητή που είχε πολεμήσει δίπλα δίπλα, με σπουδαίους πολεμιστές. Ακόμη και νάνους. Τον άνθρωπο που είχε εμπνεύσει αρκετούς συμπολεμιστές του στη μάχη. Τον αρχηγό της φρουράς του καραβανιού. Τον χτύπησε στα πλευρά, με μία κοφτερή μικρή λεπίδα. Ο Φέργκαλ δεν είχε ακούσει ή αντιληφθεί τίποτα. Ξαφνιάστηκε από τον τρομερό πόνο και άνοιξε την άμυνά του διάπλατα, κάνοντας ταυτόχρονα ένα δύο βήματα μπροστά. Ο ύπουλος κουκουλοφόρος πέρασε με μία ρευστή κίνηση από πίσω του, του άρπαξε το μέτωπο με το ένα του χέρι, του τράβηξε το κεφάλι πίσω και του έκοψε το λαιμό. Ο Φέργκαλ σωριάστηκε νεκρός. Έτσι απλά.
Ο Μέλχιορ είχε βρει στόχο! Ένιωθε την οργή του, αυτή που κατοικούσε μέσα του από τότε που τον είχε βρει ο Κόργκαν μικρό παιδάκι, ίσως και πιο παλιά, να αναδύεται. Άκουσε μία λέξη σε περίεργη διάλεκτο. Του φάνηκε σαν προσταγή. Τα επιτιθέμενα πλάσματα που είχαν περικυκλώσει την ομάδα του Φέργκαλ, τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Μερικά γκόμπλινς, ποδοπατήθηκαν από τους πιο μεγαλόσωμους συμπολεμιστές τους. Μία λάμψη συνοδευόμενη από έναν εκκωφαντικό κρότο, προερχόμενη από την πλευρά των αμυνομένων ανθρώπων, συντάραξε το νεαρό παλικάρι και τον έκανε να παραπατήσει και να καθίσει κατά γης. Κύματα σκόνης και ζεστού αέρα, βομβάρδισαν το πρόσωπό του. Πύρινες γλώσσες είχαν απλωθεί παντού. Η αποκρουστική μυρωδιά από καμένη σάρκα, πλανήθηκε στην ατμόσφαιρα και έκανε το στομάχι του Μέλχιορ να σφικτεί. Τα πτώματα των ανθρώπων από την ομάδα του Φέργκαλ, κείτονταν διασκορπισμένα. Κάποια από αυτά είχαν διαμελιστεί. Άλλα, είχαν καεί σε βαθμό που δεν ξεχώριζε η σάρκα από την πανοπλία. «Ο Κόργκαν!», ψιθύρισε με αγωνία. Έκανε να σηκωθεί, αλλά ένας ακόμη άνθρωπος του επιτέθηκε. Ξάπλωσε με μία κίνηση και κύλησε στο πλάι, αποφεύγοντας τη μακριά λεπίδα του επιτιθέμενου του. Εκείνος επέμεινε. Η επόμενη επίθεση καρφώθηκε στο έδαφος, λίγα εκατοστά από το κεφάλι του Μέλχιορ. Ο «μικρός», ήταν σε εμφανέστατα μειονεκτική θέση. Η κατάστασή του, δεν του επέτρεπε να χρησιμοποιεί την ευκινησία και τη σβελτάδα του για να αμυνθεί. Ο επιτιθέμενος έκανε το λάθος να πλησιάσει και άλλο, για μία ακόμη επίθεση. Μία δυνατή κλωτσιά στο ισχίο του από τα μακριά και πανίσχυρα πόδια του αμυνόμενου, τον έστειλε μακριά. Ο Μέλχιορ πλέον πατούσε και πάλι στα πόδια του και τώρα θα πάλευαν με διαφορετικούς όρους!
Ο νάνος ήταν αρκετά απασχολημένος για να συνειδητοποιήσει το χαμό που συντελούταν μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπέρα. Είχε ήδη σκοτώσει 3 πλάσματα και είχε καταφέρει να μη δεκτεί ούτε ένα χτύπημα. Απέναντί του στεκόταν ένα ακόμη ορκ, το οποίο μάταια προσπαθούσε να τον χτυπήσει. Μία προβολή με το σπαθί του, αναπήδησε πάνω στο ενισχυμένο πετσί που χρησιμοποιούσε ο Κόργκαν για τη θωράκισή του σώματός του. Ο τελευταίος, είχε εγκαταλείψει πλέον την πιο αμυντική τακτική του και ετοιμαζόταν να σκοτώσει και τον εναπομείναντα αντίπαλό του. Η λεπίδα στομωμένη όπως ήταν, δεν κατάφερε καν να γρατζουνίσει το δερμάτινο περίβλημα της πανοπλίας του. Είδε ένα ακόμη πλάσμα με κατεύθυνση από τον καταυλισμό, να τρέχει κατά πάνω του. Πίσω του και άλλα πλάσματα που κατευθύνονταν προς το δάσος. Ένα ακόμη αποσπάστηκε από τον όχλο και τον πλησίασε.
«Αναθεματισμένα σιχάματα! Δεν τα φτάνουν τα λαγούμια τους…», είπε με απαξίωση, θεωρώντας πως ο Φέργκαλ και οι άλλοι τα είχαν τρέψει σε φυγή. Επανέφερε το σώμα του σε αμυντική στάση. Προσπάθησε να μην τ’ αφήσει να τον κυκλώσουν, γιατί ήξερε πως τότε θα είχαν σημαντικό πλεονέκτημα απέναντί του. Όσο άναρχα και απαίδευτα όμως και αν ήταν, αργά η γρήγορα θα τον κύκλωναν. Έπρεπε να δράσει. Απέκρουσε το δόρυ του πρώτου πλάσματος απ’ τ’ αριστερά και με το δεξί του τσεκούρι προσποιήθηκε μία οριζόντια επίθεση στα άλλα δύο πλάσματα. Ένα μικρό βέλος που καρφώθηκε στην αριστερή ωμοπλάτη του, διέλυσε προς στιγμή την τακτική του. Δεν του είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά, αλλά ήταν εντελώς εκτεθειμένος σε τέτοιες επιθέσεις. Σκέφτηκε να τρέξει προς την ασφάλεια του καραβανιού, όμως σύντομα απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Κατάφερε ένα κατακόρυφο χτύπημα στον πήχη του πρώτου πλάσματος από τα δεξιά. Το κτύπημα δυνατό. Κατάφερε να ρίξει το στομωμένο σπαθί στο έδαφος, μαζί με το χέρι του πλάσματος. Το πλάσμα έπεσε μπροστά και ο Κόργκαν, εκμεταλλευόμενος την ορμή του και στρέφοντας το σώμα του ελάχιστα προς τα δεξιά, κατάφερε να το χρησιμοποιήσει σαν ασπίδα, στα χτυπήματα των άλλων δύο.
Ο Μέλχιορ επιτέθηκε με προβολή, αναγκάζοντας τον αντίπαλό του να φέρει το σπαθί του μπροστά και κρατώντας το με τα δύο του χέρια από τις άκρες του, να αποκρούσει με υπερένταση. Σαν κομμάτι από μία καλοδουλεμένη μανούβρα, έκανε ένα απότομο βήμα μπροστά, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με τον εισβολέα. Ή καλύτερα, στήθος με πρόσωπο. Με μία αστραπιαία κίνηση, γράπωσε τον αντίπαλό του και προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει. Εκείνος δεν το είχε προβλέψει. Προσπάθησε να γλυτώσει από την τιτάνια λαβή του γιγαντόσωμου νέου. Τα πόδια του βρέθηκαν στη στιγμή στον αέρα, τουλάχιστον είκοσι εκατοστά από το έδαφος. Πάλευε, τιναζόταν, κουνούσε το κεφάλι του με ένταση, προς πάσα κατεύθυνση. Έμοιαζε μάταιο. Τα χέρια του, ακινητοποιημένα στα πλευρά του. Ένιωσε το σώμα του να συνθλίβεται. Το σπαθί του, γλίστρησε από το χέρι του. Η ανάσα του κόπηκε και η «άνιση» αυτή μάχη τελείωσε. Ο νέος τον άφησε να πέσει, αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως δεν είχε πλέον τις αισθήσεις του. Κοίταξε φευγαλέα ολόγυρά του. Ο κουκουλοφόρος, ο δολοφόνος του Φέργκαλ, εκείνο το σιχαμένο και ανέντιμο πλάσμα, δε φαινόταν πουθενά. Του φάνηκε πως η πόρτα που προστάτευε ο Φέργκαλ, ήταν πλέον ανοικτή. Δεν έδωσε όμως σημασία. Αναζήτησε με αγωνία προς την πλευρά του δάσους, τον Κόργκαν. Τον είδε να ρίχνει νεκρό μπροστά του, ένα ακόμη πλάσμα. Δύο άλλα, προσπαθούσαν να βρουν κενό στην άμυνά του για να τον χτυπήσουν. Έτρεξε να τον βοηθήσει, όταν είδε τον φίλο του να τινάζεται περίεργα. Ακριβώς όπως έκανε κάθε φορά που τύγχανε να βραχεί ή να κάνει μπάνιο.
Ο Κόργκαν είχε νιώσει την επενέργεια από κάτι το υπερφυσικό. Σαν μία μαγική δύναμη να προσπάθησε να τον κρατήσει ακίνητο. Τίναξε τους ώμους του σαν να αποτίναζε από πάνω του οτιδήποτε μπορούσε να είναι αυτό, χωρίς να χάσει καθόλου την προσήλωσή του στους αντιπάλους του. Ένα μεγαλύτερο βέλος καρφώθηκε χαμηλά, λίγο πιο πάνω από το αριστερό γόνατό του. Η αιχμή του διαπέρασε ρουχισμό, μύες και δέρμα για να εμφανιστεί λουσμένη στο αίμα, από την άλλη πλευρά. Ο πόνος σχεδόν τον γονάτισε. Η λεπίδα του ενός πλάσματος, διαπέρασε την προς στιγμήν αδύναμη άμυνά του και καρφώθηκε ασθενικά στην κοιλιά του. Ο νάνος, άφησε το ένα του τσεκούρι να πέσει. Γράπωσε με το αριστερό του χέρι το μπράτσο του πλάσματος που τον είχε μαχαιρώσει, το τράβηξε μπροστά βάζοντάς το ανάμεσα σε αυτόν και το δεύτερο πλάσμα και με το δεύτερο τσεκούρι του, το χτύπησε στο κεφάλι. Ο ήχος από το χτύπημα, μαρτύρησε την τραγική κατάληξη και αυτού του πλάσματος.
Ο Μέλχιορ έπρεπε να κάνει κάτι άμεσα και με αποτελεσματικότητα. Συνέχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Χαμήλωσε το κέντρο βάρους του. Σκοπός του ήταν να εμβολίσει το τελευταίο πλάσμα, συμπαρασύροντάς το με την ορμή του. Τρία φωτεινά βλήματα διέγραψαν μία ακανόνιστη πορεία στον απογευματινό ουρανό, το σχεδόν ειρωνικά κοκκινοβαμμένο εκείνο δειλινό. Προσγειώθηκαν με δύναμη, πάνω στον Κόργκαν. Ήταν αδύνατο ο νάνος να μπλοκάρει μία τέτοια επίθεση. Παρά το γεγονός ότι η κληρονομιά του τον καθιστούσε ιδιαίτερα ανθεκτικό στη μαγεία. Του γλίστρησε και το δεύτερο τσεκούρι από τα χέρια. Προσγειώθηκε στα γόνατά του, μπροστά στο έλεος του δευτέρου πλάσματος.
Ο Μέλχιορ έπεσε με αδάμαστη φόρα πάνω στο τελευταίο ορκ, τη στιγμή που εκείνο έσκιζε το θώρακα του Κόργκαν με ένα ανάποδο χτύπημα του σπαθιού του. Κυλίστηκαν για μερικά μέτρα μαζί με το νεαρό άνθρωπο. Ο «μικρός» το καθήλωσε στο έδαφος με τα πόδια του. Το χτύπησε ανελέητα στο πρόσωπο με τις υπερμεγέθεις γροθιές του, μέχρι που δε μπορούσες πλέον ν’ αναγνωρίσεις καθόλου τα χαρακτηριστικά του. Λίγες δεκάδες μέτρα πιο πίσω, ένα άλλο ανθρωποειδές γινόταν μάρτυρας αυτής της θηριωδίας. Ο Μέλχιορ το συνέλαβε με την άκρη των ματιών του, καθώς έστρεφε το σώμα του προς το φίλο του. Τη μία στιγμή, στεκόταν εκεί. Ατάραχο. Ντυμένο σε έναν κόκκινο χιτώνα. Μπλεγμένο μέσα στις σκιές, καθώς αυτές έφταναν στο αποκορύφωμά τους, με τον ήλιο να ρίχνει τις τελευταίες κρυφές του ματιές, πάνω από τα βουνά των Κεράτων της Θύελλας. Την άλλη στιγμή, δεν υπήρχε τίποτα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του, μέχρι να καταλάβει αν ήταν κάποιο παιχνίδισμα των σκιών. Μήπως ήταν η φαντασία του; Η σκέψη του ανήσυχη, έτρεξε και πάλι στο φίλο του. Έτρεξε κοντά του.
Ο Κόργκαν κείτοταν ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στα γόνατά του. Η δερμάτινη πανοπλία του, ήταν πλέον κομματιασμένη και καλυμμένη στο αίμα. Τρεις στάμπες από μικρά εγκαύματα, ξεχώριζαν στο πάνω μέρος της, ενώ μία διαγώνια πληγή δέσποζε κατά μήκος του θώρακά του. Ο νεαρός άνθρωπο, έψαξε για σημάδια ζωής . Δε μπόρεσε να βρει τίποτα. Με τα ακροδάκτυλά του, ψηλάφισε την πληγή στο θώρακα του νάνου. Το αίμα, χάραζε ένα βασανιστικό μονοπάτι προς τη ματαιότητα. Τα μάτια του βούρκωσαν και το είδωλο μπροστά του, παραμορφώθηκε. Σαν να ήθελε η εικόνα αυτή να σβηστεί για πάντα. Τα χέρια του κρέμασαν στο πλάι, σαν να παραιτούταν από τη ζωή. Ήθελε να κλείσει τα μάτια του και να μην τα άνοιγε ποτέ σ’ εκείνη την ακτή της θάλασσας των Διατείνοντων Αστέρων, ένδεκα χρόνια πίσω. Τίποτε δεν είχε σημασία πλέον. Δεν άκουσε καν, τα προκλητικά βήματα κάποιου πλάσματος, που πλησίαζε αργά από πίσω του. Τελικά, ότι και αν συνήθιζε να λέει ο Κόργκαν, υπήρχαν πράγματα που μπορούσαν να λυγίσουν τον μικρό αυτό γίγαντα.
Ένα έντονο συναίσθημα αποτυπώθηκε στο μυαλό του. Το έδιωξε μακριά, χωρίς καν να μορφάσει. Τίποτε δεν είχε σημασία πλέον. Άνοιξε τα μάτια του. Τα δάκρυά του κύλησαν με ορμή. Ενώθηκαν με το αίμα που ξεχυνόταν άφθονο από το στόμα του και το έκαναν να κυλήσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Ξερόβηξε, φτύνοντας μακριά αίμα και κατάρες για τη θνητότητα της ύπαρξής τους και την ανικανότητά του. Τίποτε δεν είχε σημασία πλέον. Κατέβασε το βλέμμα του. Μία μυτερή λεπίδα, εξείχε από τον αριστερό του θώρακα. Ακούμπησε την αιχμή της, σαν να καλωσόριζε την καταδίκη του. Ήθελε αυτό να είναι το τέλος. Η οργή του, που πάντοτε λειτουργούσε σαν ασπίδα στον πόνο και τις κακουχίες, εκείνη η έμφυτη μανία που με δυσκολία του είχε μάθει ο Κόργκαν να τιθασεύει, είχε πνιγεί, μέσα σ’ εκείνο το ίδιο αίμα που ανάβλυζε από τον πνεύμονά του και ξεχυνόταν από το στόμα του.
«Φρόντισε να μείνεις νεκρός!», του ψιθύρισε μία φωνή που μύριζε θάνατο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του, σε μία ένδειξη συγκατάβασης. Σωριάστηκε δίπλα στον Κόργκαν τον μέντορά του. Τον κοίταξε για τελευταία φορά, αποχαιρετώντας τον. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από την απώλεια των αγαπημένων σου προσώπων. Πλέον ήξερε, ο Μέλχιορ. Υπάρχει μεγάλη σοφία στο τέλος του μονοπατιού.
«Αντίο φίλε μου, αδελφέ μου, πατέρα μου!». Ο μικρός έκλεινε για τελευταία φορά τα μάτια του. Το θρηνητικό ουρλιαχτό ενός λύκου που αντήχησε από κάπου κοντά, εναγκάλιζε τον ερχομό της νύκτας. Ο ήλιος έδυσε θλιμμένος εκείνο το απόγευμα, παίρνοντας μαζί του ως επτασφράγιστο μυστικό, όλα όσα είχε δει νωρίτερα, σ’ εκείνο το ξέφωτο.
"Η άκρη του τσεκουριού μου περιμένει την εξυπνάδα που θα βγει πάλι από το ξερό σου το κεφάλι!", αποκρίθηκε ο Κόργκαν στο γνώριμο δύσθυμο ύφος του.
Ο Μέλχιορ ήταν ένα νεαρό παλικάρι που δεν έμοιαζε να έχει διαβεί ακόμη το κατώφλι της ενηλικίωσης. Το πάντα ανέμελο, χωρίς έννοιες βλέμμα του, αλλά και το παιδικό σχεδόν άτριχο πρόσωπό του, με λιγοστό χνούδι να ξεπετιέται δειλά λίγο πάνω από το πηγούνι του, συνηγορούσαν στο γεγονός αυτό. Προερχόταν από τη φυλή των ανθρώπων. Έτσι τουλάχιστον πίστευε ο Κόργκαν, καθώς η σωματική του διάπλαση, έφερνε περισσότερο σε κάποια από τις κατώτερες φυλές των γιγάντων, παρά σε κάποια από αυτές των ανθρώπων. Ατένιζε τον κόσμο περίπου από το ύψος των 2 μέτρων. Το μέγεθος των ώμων του, προκαλούσε δέος ακόμη και στους πιο γεροδεμένους ανθρώπους, ενώ οι μύες του, καλοσμιλευμένοι αν και λίγο άγουροι ακόμη, άφηναν μόνο υπόνοιες για την τρομερή του δύναμη, σε όσους δεν είχαν δοκιμάσει ακόμη τη γροθιά του. Άφηνε πάντα τα καστανά ελαφρώς σγουρά μαλλιά του να μακραίνουν αρκετά. Έβρισκε έτσι έναν ακόμη τρόπο, να πειράζει το νάνο φίλο του. Συνήθιζε να τα δένει μπροστά στο πρόσωπό του σαν μούσια και να συστήνεται στον κόσμο ως το πραγματικό παιδί του Κόργκαν. Και όταν εκείνοι τον ρωτούσαν γεμάτοι δυσπιστία ή απορία για τη μητέρα του, απαντούσε με μία φυσικότητα πως ήταν μία θηλυκή γίγαντας που την είχε χάσει σε νεαρή ηλικία. Πόσο ευχαριστιόταν τις αντιδράσεις των ξένων και πόσο εκνεύριζε κάτι τέτοιο τον σχεδόν πάντα κακοδιάθετο φίλο του. Ω πως ήθελε ο Κόργκαν να του βουλώσει το στόμα με μερικές μπουνιές. Ίσως και λίγες κλωτσιές στα καλάμια του. Άντε και καμιά σφυριά στο κεφαλάκι του που ποτέ δεν έβαζε μυαλό. «Άκου ο Κόργκαν με γυναίκα γίγαντα». Όμως του είχε αδυναμία του «μικρού». Μεγάλη αδυναμία. Τον είχε συναντήσει ένδεκα περίπου χρόνια πίσω όταν τον είχε βρει αναίσθητο στις ακτές της λιμνοθάλασσας των Διατείνοντων Αστέρων, στα νότια της πόλης Σιαρντέηλ, στα όρια της κοινοπολιτείας της Σέμπια. Το κεφάλι του άδειο από αναμνήσεις και τα πνευμόνια του γεμάτα γαλόνια θαλασσινό νερό. Η σωματική διάπλαση του νέου είχε κάνει από τότε μεγάλη εντύπωση στο νάνο, όπως και η εκρηκτική του φύση, ο οποίος είχε αποφασίσει να τον πάρει υπό την προστασία του, αφού ούτε καν η «συνωμοσία» της διαβολικής Θεάς Ούμπερλι με την Μπεσάντα δεν είχαν καταφέρει να νικήσουν τη θέληση εκείνου του νέου για ζωή.
Ο Κόργκαν δεν ήταν ένας συνηθισμένος νάνος, απολάμβανε τα περισσότερα από τα έθιμα της φυλής του. Δε μπορούσε ποτέ να αντισταθεί σε μία τσουκάλα ζεστό φαγητό και σε μία κούπα που ξεχείλιζε από μπύρα. Ήταν όμως μαθημένος στο δρόμο, ή καλύτερα στα δάση. Είχε κατέβει από τα Ερημωμένα βουνά περίπου 2 δεκαετίες πίσω, στις στοές των οποίων είχε γεννηθεί και έζησε το μεγαλύτερο κομμάτι της ζωής του, μαζί με τη φυλή του – μία μικρή ομάδα μεταλλωρύχων. Λάτρευε τη φύση από μικρός και είχε περάσει τα περισσότερα χρόνια της ζωής του στην επιφάνεια, περιπλανώμενος στα δάση του Κορμανθόρ, αλλά και γύρω από αυτά. Έφερε πάντα μαζί του την κληρονομιά του ως νάνος και την πίστη του στο Μόραντιν – πατέρα όλων των νάνων. Είχε δώσει όμως όρκο, πως δε θα ξεχνούσε ποτέ τον Κιλγκάν τον ερημίτη. Το δάσκαλό του στις αρχές του δάσους και στον πατέρα της φύσης, τον Ομπάντ-Χάι.
Ο νεαρός Μέλχιορ ξέσπασε για ακόμη μία φορά σε δυνατά γέλια με την αντίδραση του φίλου του, κάνοντας τον ήδη στραβομουτσουνιασμένο νάνο, να δυσανασχετήσει ακόμη περισσότερο.
«Εδώ παραλίγο να περάσει εσένα για γυναίκα νάνο. Σου το λέω πως κάτι πάει στραβά με τον κοκκινοτρίχη. Όση μπύρα και να είχε κατεβάσει δε δικαιολογείται», είπε νευριασμένος και με ένα αίσθημα αηδίας, ο Κόργκαν.
Η αντίδραση του νάνου, πυροδότησε ένα ακόμη πιο έντονο ξέσπασμα γέλιου από τον νεαρό άνθρωπο. «Θα κάνατε πάντως πολύ ωραίο ζευγάρι…», συνέχισε περιπαικτικά.
«Προχώρα και άσε τις χαζομάρες, μικρέ!», του αντιγύρισε σε επιτακτικό τόνο. «Πρέπει να ελέγξουμε τη νότια περίμετρο του καταυλισμού και σε λίγο σουρουπώνει. Αυτά τα δάση· λίγο πιο πυκνά να ήταν και θα έβλεπες δύο και τρία δένδρα να ξεπηδούν από κάθε ρίζα…».
Τρεις μέρες πίσω, το πολύ ιδιαίτερο αυτό ζευγάρι, είχε ενσωματωθεί με ένα εμπορικό καραβάνι που είχε ξεκινήσει από την πόλη του Υψηλού Φεγγαριού, κατευθυνόμενο προς την πρωτεύουσα του Κορμίρ, το Σουζάιλ. Ήταν τέλη άνοιξης και πλησίαζε η μεγάλη γιορτή προς τιμή της Πολιούχου της πόλης, Τιμόρα. Ένα ξέφρενο πανηγύρι στηνόταν κάθε χρόνο εκεί, τιμώντας την προστασία και την καλή τύχη που τους προσέφερε απλόχερα η Θεά. Παρά το γεγονός πως η πόλη αποτελούσε έναν εξέχοντα εμπορικό σταθμό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου, ειδικά κατά την περίοδο εκείνη, κατακλυζόταν από κόσμο. Εμπόρους από τις γύρω περιοχές που δράττονταν της ευκαιρίας να προωθήσουν την πραμάτεια τους, πιστούς που ήθελαν ν’ αποτίσουν τιμές προς τη Θεά, αλλά και πολλούς «τυχοδιώκτες».
Ήταν αργά το απόγευμα και το καραβάνι είχε φτάσει στο τέλος μίας πραγματικά εξαντλητικής ημέρας. Δύο ώρες πίσω, είχαν μόλις διασχίσει το φαράγγι των Κορυφών του Κεραυνού. Ένα μέρος το οποίο λυμαίνονταν διάφορες φυλές ορκς και γκόμπλινς, ενώ υπήρχαν φήμες και για κάποια πιο σκοτεινά πλάσματα. Πλάσματα που θα μπορούσαν να εμφυσήσουν τον τρόμο, ακόμη και στους πιο θαρραλέους πολεμιστές.
Αν και το καραβάνι έδειχνε καλά φυλασσόμενο και οπλισμένο, όλοι ήξεραν πως ο μεγαλύτερος σύμμαχος τους απέναντι στα πολυάριθμα και υποχθόνια πλάσματα των σκοτεινών στοών, ήταν ο ήλιος και το φως της ημέρας. Ο Κόργκαν γνώριζε αρκετά για εκείνα τα μέρη και ακόμη περισσότερα για τα ορκς, τα οποία και απεχθανόταν. Δεν ήταν μόνο ως στοιχείο της φυλής του. Αυτό το άσβεστο μίσος που τρέφουν οι νάνοι για τα συγκεκριμένα βδελυρά πλάσματα. Στον ίδιο σήμαινε κάτι παραπάνω. Χωρίς κανέναν άλλο λόγο και αιτία. Είχε μελετήσει την ανατομία τους, με την καθοδήγηση του Κιλγκάν. Του μέντορά του στα πρώτα του βήματα στην επιφάνεια. Καταλάβαινε τα έθιμά τους. Μπορούσε να εντοπίσει τα ίχνη τους, σχεδόν οπουδήποτε. Την προηγούμενη ημέρα, είχε βοηθήσει το καραβάνι, να εγκατασταθεί στα όρια του φαραγγιού των Κορυφών του Κεραυνού. Είχε επιλέξει ένα ξέφωτο αρκετά μακριά από το φαράγγι και το παρακείμενο δάσος. Ένα μέρος όπου η βλάστηση δεν ήταν υψηλή και η μορφολογία του εδάφους, δεν άφηνε σε επίδοξους επιδρομείς κανένα πλεονέκτημα. Ή όσο μπορούσε, τουλάχιστον. Ο Φέργκαλ, βετεράνος πολεμιστής, αρχηγός μίας ομάδας μισθοφόρων που είχαν προσληφθεί να συνοδεύσουν με ασφάλεια το καραβάνι στον προορισμό του, ως πιο έμπειρος είχε αναλάβει να οργανώσει τις σκοπιές. Όπως έκανε πάντα. Το μέρος που είχαν επιλέξει εκείνο το βράδυ, είχε και άλλη στρατηγική σημασία. Θα ξεκινούσαν νωρίς το ερχόμενο πρωί, με την πρώτη ακτίδα του ήλιου. Θα κινούνταν όσο το δυνατό πιο γρήγορα. Σκοπός, ήταν πριν το τέλος εκείνης της ημέρας να έχουν στην πλάτη τους τις Κορυφές του Κεραυνού και να τα βλέπουν απ’ όσο γινόταν πιο μακριά. Και τα είχαν καταφέρει εξαιρετικά. Γύρω τους τώρα απλωνόταν ένα μικρό, αλλά πυκνό δάσος.
«2 μέρες μέχρι την Άραμπελ και από εκεί, άλλες 2 για το Σουζάιλ.», μονολόγησε ο νάνος. Ένας βαθύτερος στοχασμός χρωμάτιζε τις λέξεις του.
Το νεαρό παλικάρι, τον ήξερε αρκετά καλά. «Τι θες να πεις;», του απηύθυνε.
«Μάλλον δεν είναι απολύτως τίποτα. Αυτός ο Φέργκαλ ξέρει να κάνει καλά τη δουλειά του. Στοίχημα πως στα νιάτα του είχε συμπορευτεί αρκετές φορές με νάνους!», είπε με σχετικό θαυμασμό προς τον βετεράνο πολεμιστή, αλλά κυρίως με υπερηφάνεια συλλογιζόμενος τις πολεμικές αρετές της φυλής του και τις ικανότητές της στην οργάνωση της άμυνας.
«Αλλά;», τον πίεσε ο νέος.
«Αλλά να, τα βουνά που μόλις προσπεράσαμε, παραήταν ήσυχα…», είπε, εξωτερικεύοντας τον αρχικό στοχασμό του. «Έλα, πάρε τα ποδαράκια σου και βιάσου. Να προλάβουμε τουλάχιστον να γυρίσουμε νωρίς στον καταυλισμό, μήπως κάποιος μοιραστεί καμία μερίδα φαγητό και μ’ εμάς. Αν και δεν έχω καμία όρεξη να ξαναντικρύσω τον κοκκινοτρίχη!», είπε στο δικό του ιδιαίτερο σαρκαστικό τόνο, προσπαθώντας να αποδιώξει την οποιαδήποτε έγνοια της στιγμής.
Ο ήλιος βιαζόταν να κρύψει το λαμπερό πρόσωπό του, πίσω από την κορυφογραμμή των Κεράτων της Θύελλας. Των βουνών που διακρίνονταν στον ορίζοντα προς τα δυτικά. Οι δυνατές θύελλες και οι καταιγίδες, ήταν συχνότατο φαινόμενο σ’ εκείνα τα βουνά και οι κορυφές τους, μυτερές όπως εξείχαν προς τον ουρανό, σου έδιναν την εντύπωση πραγματικών κεράτων. Καμία εντύπωση λοιπόν, ως προς το ποιος και γιατί είχε δώσει ένα τόσο ιδιαίτερο όνομα, σ’ εκείνα τα βουνά.
Μία δροσερή πνοή ανέμου, περιδιάβαινε τη γύρω περιοχή και χαΐδευε απαλά τα φυλλώματα των δένδρων και των λοιπών φυτών. «Μείνε πίσω μου και πρόσεχε που πατάς», είπε στο συνηθισμένο επιτακτικό ύφος του ο Κόργκαν, καθώς διέσχιζαν μαζί με το Μέλχιορ τη νοητή γραμμή που οριοθετούσε την είσοδο προς το δασίδιο. Είχαν περίπου μίας ώρας φως ημέρας ακόμη, έξω στα ανοικτά. Μέσα στο δάσος όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Ο φωτισμός ήταν ελάχιστος. Φυλλωσιές από θάμνους και λουλούδια, ξεπετάγονταν σχεδόν από κάθε σπιθαμή του εδάφους. Η οροφή του δάσους, έμοιαζε με έναν θόλο από φύλλα και κλαδιά, απ’ όπου κάποιες φορές δραπέτευε το αποδυναμωμένο φως του βασιλεύοντος ηλίου. Η υγρασία του αέρα έφτιαχνε αέρινες οπτασίες, καθώς το πνιγμένο φως τη συναντούσε. Όλα μαζί συνέθεταν μία μαγευτική ατμόσφαιρα που έκαναν την καρδιά του Κόργκαν να σκιρτά. Αυτός ήταν κι ένας από τους πολλούς λόγους που είχε αφήσει την ασφάλεια των στοών της φυλής του και είχε επιλέξει τη ζωή στη φύση. Έξω στο άγνωστο και το αναπάντεχο.
Το αμυδρό φως, δεν ήταν καθόλου πρόβλημα για τα μαθημένα στο απόλυτο σκοτάδι μάτια των νάνων. Ούτε κι ο Μέλχιορ έδειχνε να έχει σημαντικό πρόβλημα, τη στιγμή εκείνη. Όχι ότι μπορούσε να δει στο σκοτάδι. Στο φως ενός δυνατού φεγγαριού, ναι! Πάλι όμως με κάποια δυσκολία. Πάντως, έδειχνε όπως πάντα ανέμελος. Εξάλλου εκείνος δεν έψαχνε για κάτι. Θυμήθηκε λίγα χρόνια πίσω, όταν είχε ζητήσει από τον Κόργκαν να του μάθει την ικανότητα της όρασης στο σκοτάδι. Τι αφελές από μέρους του. Δεν ήταν ικανότητα που μπορούσε να διδαχθεί, αλλά χαρακτηριστικό πολλών πλασμάτων που προσαρμόστηκαν με τους αιώνες στη ζωή χωρίς καθόλου φως. Έμελλε όμως να το μάθει αργότερα αυτό και ίσως όχι με τον καλύτερο τρόπο. Εκείνος του είχε δώσει μία χούφτα χοντρό αλάτι και του είχε πει να το βάζει συχνά στα μάτια του και να τα τρίβει με δύναμη. Σφίχτηκε λίγο στη θύμηση της στιγμής εκείνης. Ο πόνος… Το τσούξιμο… Τα γέλια του Κόργκαν! Ένα πλατύ χαμόγελο χαράκτηκε στο πρόσωπό του. Ήταν η καλύτερη φάρσα που είχε σκαρώσει ο σχεδόν πάντα στριφνός, φίλος του. Ίσως και η μόνη… Συνέχισε ν’ ακολουθεί το φίλο και μέντορά του.
Το ουρλιαχτό ενός λύκου, αντήχησε κάπου μακριά. «Τον ακούς;» είπε με ένα συναίσθημα που έμοιαζε μ’ ενθουσιασμό, στον πανύψηλο νέο. «Δε σταμάτησε να μας ακολουθεί... Με έχει συμπαθήσει! Που θα μου πάει ο άτιμος. Θα τον πιάσω και θα τον εξημερώσω. Ίσως τότε καταφέρω να απαλλαγώ και από τις χαζομάρες σου.»
Και μόνο η σκέψη του δύστροπου κοντούλη φίλου του να προσπαθεί να εξημερώσει ένα άγριο θηρίο του δάσους, του άφηνε υποσχέσεις για πολλές ακόμη σκηνές γέλιου. Αποφάσισε όμως αυτή τη φορά να μην πει κάτι. Απλά έγνεψε το κεφάλι του, σε μία κίβδηλη - περιπαικτική συγκατάθεση. Όχι ότι μπορούσε να προσέξει την έκφρασή του ο νάνος. Εκείνος είχε την προσοχή του στραμμένη αλλού. Κοντοστάθηκαν για μία στιγμή. Στο δάσος επικρατούσε ηρεμία. Παρακολούθησε τον κοντοστούπη φίλο του να παραμερίζει επιμελώς μερικά χαμόκλαδα και σχεδόν να εξαφανίζεται κάτω από τα χαμηλά φυλλώματα. Ανασηκώθηκε και συνέχισαν στον ίδιο βηματισμό. Συνειδητοποίησε μερικές στιγμές αργότερα, πως είχαν αλλάξει πλήρως την κατεύθυνσή τους και προχωρούσαν πάλι προς τον καταυλισμό. «Χάθηκες;» είπε σαρκαστικά στο νάνο που προπορευόταν λίγα βήματα. «Πείνασα!», του απάντησε εκείνος κοφτά. Το δεξί του χέρι, είχε πλησιάσει το μικρό τσεκούρι που έφερε στη δεξιά πλευρά της ζώνης του. «Ορκς», σιγομουρμούρισε ο νάνος κάτω από την ανάσα του. Ο «μικρός» άνθρωπος, δεν αντέδρασε. Οι δύο φίλοι συνέχισαν την πορεία τους, στο ίδιο μοτίβο.
Ένα κλαδί έσπασε κάπου πίσω τους κι ένα βέλος καρφώθηκε σε έναν κορμό δεξιά μπροστά τους. «Στον καταυλισμό γρήγορα!», φώναξε ο Κόργκαν και τράπηκαν και οι δύο τους σε φυγή. Και άλλα βέλη πέταξαν, όμως η πυκνή βλάστηση τους προσέφερε αρκετή κάλυψη. Ο Κόργκαν πλέον κρατούσε και τα δύο του μικρά τσεκούρια στα χέρια του, ενώ ο Μέλχιορ είχε τραβήξει από το θηκάρι στην πλάτη του, το «γιγαντιαίο» πολεμικό του τσεκούρι. Πολεμικές ιαχές ακούστηκαν κοντά από τον καταυλισμό που σύντομα συνοδεύτηκαν από φωνές τρόμου και απόγνωσης. Οι δύο φίλοι δεν κοντοστάθηκαν καθόλου, βγαίνοντας από το δάσος. Στ’ αριστερά τους, μία μεγάλη δύναμη από ορκς και γκόμπλινς ξεχυνόταν μέσα από τα δένδρα. Κάποια από αυτά, στράφηκαν πάνω τους. Ο Κόργκαν πήρε αμυντική στάση. Κάνοντας ένα βαθύ κάθισμα και φέρνοντας τα τσεκούρια του μπροστά στο ύψος του στήθους του, ετοιμάστηκε για τις πρώτες επιθέσεις. Ο Μέλχιορ, με δύο δρασκελιές τον προσπέρασε και επιτέθηκε με φόρα πάνω σε ένα ορκ που εφορμούσε. Με ένα αστραπιαίο κατέβασμα του τσεκουριού του, άνοιξε κυριολεκτικά το κεφάλι του πλάσματος στα δύο, ανακόπτοντας παράλληλα δύο άλλα ορκς που ακολουθούσαν λίγο πιο πίσω. Μερικά γκόμπλινς, στη θέα του γιγαντόσωμου νέου και της πανίσχυρης επίθεσής τους, ανέστρεψαν την πορεία τους και ξαναχώθηκαν στο δάσος απ’ όπου είχαν εμφανιστεί. «Στο καραβάνι, μικρέ!», φώναξε ο Κόργκαν. Ο Μέλχιορ υπάκουσε σαν σε διαταγή. Έκανε να φύγει. Όμως ένα ορκ τον είχε πλησιάσει αρκετά ώστε να του επιτεθεί σ’ εκείνη τη στιγμή απροσεξίας. Λίγο η τύχη, λίγο τα αστραπιαία αντανακλαστικά του νέου και το ξύλινο ρόπαλο του πλάσματος, σταμάτησε πάνω στη λαβή του τσεκουριού του Μέλχιορ. Ο νέος δεν έμεινε να πολεμήσει. Ο νάνος ήταν στη στιγμή εκεί, μπήγοντας το αριστερό του τσεκούρι στο θώρακα του πλάσματος και το δεξί στο κεφάλι του. Ξαναπήρε αμυντική στάση. Δύο ορκς του επιτέθηκαν, όμως η τεχνική τους ήταν απαίδευτη. Κανένα πρόβλημα για τον νάνο να παραμερίσει τα άτεχνα σπαθιά τους. Τους αντεπιτέθηκε.
Ο Μέλχιορ πλησιάζοντας στον καταυλισμό, είδε αρκετούς από τους αμάχους, νεκρούς. Ο Φέλγκαρ έστεκε με πλάτη μπροστά από μία άμαξα, φράζοντας – κατά το πώς φαινόταν – την πόρτα της με το σώμα του. Μπροστά του κείτονταν μερικά πλάσματα από τους επιτιθέμενους, ασάλευτα. Κρατούσε ψηλά την ασπίδα και το σπαθί του και φώναζε παραινέσεις προς την ομάδα του, η οποία είχε σχηματίσει λίγο πιο πέρα έναν άψογο αμυντικό κύκλο. Με θάρρος και αυτοπεποίθηση, κρατούσαν τις γραμμές τους ανέπαφες και όταν τους παρουσιαζόταν η ευκαιρία, χτυπούσαν θανάσιμα τα ορκς που είχαν κλείσει ερμητικά γύρω τους. Τριγύρω έκαιγαν φωτιές που καθώς δυνάμωναν, γιγάντωναν τις διάφορες σκιές και τις έκαναν να χορεύουν ξέφρενα. Ο Μέλχιορ πλησίαζε γοργά. Ένας άνθρωπος του επιτέθηκε έξαφνα πίσω από ένα κάρο, σκίζοντάς τον λίγο στο δεξί μπράτσο. Ο νέος σάστισε όχι τόσο από τον πόνο, όσο από την αποκάλυψη. «Άνθρωπος; Τι δουλειά είχε με τα ορκς;», αναρωτήθηκε. Η δεύτερη επίθεση τον βρήκε σχεδόν το ίδιο απροετοίμαστο. Κατάφερε να την αποφύγει με δυσκολία, κάνοντας ένα μικρό, ασυναίσθητο βήμα προς τα πίσω. Ύψωσε με ταχύτητα την κάτω πλευρά του τσεκουριού του. Ο ληστής δεν περίμενε μία τέτοια κίνηση και έχασε την αυτοσυγκέντρωσή του μαζί με την ισορροπία του, προς στιγμή. Σαφώς ο νέος δε βρήκε στόχο. Ήταν αρκετά φιλόδοξη, μία τέτοια κίνηση. Ήταν αρκετή όμως για να κερδίσει λίγο χρόνο και να εξαπολύσει μία πλάγια σαρωτική επίθεση, τραυματίζοντάς τον εισβολέα θανάσιμα λίγο πιο πάνω από τη λεκάνη. Η φωνή του Φέλγκαρ, δεν ακουγόταν πλέον. Έντρομος τον αναζήτησε με τα μάτια του. Τον εντόπισε στην ίδια ακριβώς θέση ν’ανοιγοκλείνει το στόμα του με ένταση, αλλά κανένας ήχος να μη δραπετεύει από το σημείο εκείνο. Ούτε καν το ρυθμικό χτύπημα του σπαθιού του, πάνω στη μεταλλική του ασπίδα. Γύρισε προς την ομάδα των μισθοφόρων. Οι γραμμές τους είχαν αρχίσει να εξασθενούν. Προσπαθούσαν και αυτοί με τη σειρά τους να δουν αν ο αρχηγός τους ήταν καλά. Τα πλάσματα δεν πλησίαζαν. Αντιθέτως, απομακρύνονταν σιγά σιγά, παρά το γεγονός πως εκείνη ήταν η καλύτερη στιγμή για να επιτεθούν.
Μία περίεργη σκιά πίσω και στ’ αριστερά του Φέργκαλ κινήθηκε. «Όχι! Δεν ήταν σκιά». Ένας ακόμη άνθρωπος εμφανίστηκε. Φορούσε κουκούλα και μία καφετιά δερματόδετη στολή. Επιτέθηκε ύπουλα στο Φέργκαλ, το βετεράνο πολεμιστή. Τον μαχητή που είχε πολεμήσει δίπλα δίπλα, με σπουδαίους πολεμιστές. Ακόμη και νάνους. Τον άνθρωπο που είχε εμπνεύσει αρκετούς συμπολεμιστές του στη μάχη. Τον αρχηγό της φρουράς του καραβανιού. Τον χτύπησε στα πλευρά, με μία κοφτερή μικρή λεπίδα. Ο Φέργκαλ δεν είχε ακούσει ή αντιληφθεί τίποτα. Ξαφνιάστηκε από τον τρομερό πόνο και άνοιξε την άμυνά του διάπλατα, κάνοντας ταυτόχρονα ένα δύο βήματα μπροστά. Ο ύπουλος κουκουλοφόρος πέρασε με μία ρευστή κίνηση από πίσω του, του άρπαξε το μέτωπο με το ένα του χέρι, του τράβηξε το κεφάλι πίσω και του έκοψε το λαιμό. Ο Φέργκαλ σωριάστηκε νεκρός. Έτσι απλά.
Ο Μέλχιορ είχε βρει στόχο! Ένιωθε την οργή του, αυτή που κατοικούσε μέσα του από τότε που τον είχε βρει ο Κόργκαν μικρό παιδάκι, ίσως και πιο παλιά, να αναδύεται. Άκουσε μία λέξη σε περίεργη διάλεκτο. Του φάνηκε σαν προσταγή. Τα επιτιθέμενα πλάσματα που είχαν περικυκλώσει την ομάδα του Φέργκαλ, τράπηκαν σε άτακτη φυγή. Μερικά γκόμπλινς, ποδοπατήθηκαν από τους πιο μεγαλόσωμους συμπολεμιστές τους. Μία λάμψη συνοδευόμενη από έναν εκκωφαντικό κρότο, προερχόμενη από την πλευρά των αμυνομένων ανθρώπων, συντάραξε το νεαρό παλικάρι και τον έκανε να παραπατήσει και να καθίσει κατά γης. Κύματα σκόνης και ζεστού αέρα, βομβάρδισαν το πρόσωπό του. Πύρινες γλώσσες είχαν απλωθεί παντού. Η αποκρουστική μυρωδιά από καμένη σάρκα, πλανήθηκε στην ατμόσφαιρα και έκανε το στομάχι του Μέλχιορ να σφικτεί. Τα πτώματα των ανθρώπων από την ομάδα του Φέργκαλ, κείτονταν διασκορπισμένα. Κάποια από αυτά είχαν διαμελιστεί. Άλλα, είχαν καεί σε βαθμό που δεν ξεχώριζε η σάρκα από την πανοπλία. «Ο Κόργκαν!», ψιθύρισε με αγωνία. Έκανε να σηκωθεί, αλλά ένας ακόμη άνθρωπος του επιτέθηκε. Ξάπλωσε με μία κίνηση και κύλησε στο πλάι, αποφεύγοντας τη μακριά λεπίδα του επιτιθέμενου του. Εκείνος επέμεινε. Η επόμενη επίθεση καρφώθηκε στο έδαφος, λίγα εκατοστά από το κεφάλι του Μέλχιορ. Ο «μικρός», ήταν σε εμφανέστατα μειονεκτική θέση. Η κατάστασή του, δεν του επέτρεπε να χρησιμοποιεί την ευκινησία και τη σβελτάδα του για να αμυνθεί. Ο επιτιθέμενος έκανε το λάθος να πλησιάσει και άλλο, για μία ακόμη επίθεση. Μία δυνατή κλωτσιά στο ισχίο του από τα μακριά και πανίσχυρα πόδια του αμυνόμενου, τον έστειλε μακριά. Ο Μέλχιορ πλέον πατούσε και πάλι στα πόδια του και τώρα θα πάλευαν με διαφορετικούς όρους!
Ο νάνος ήταν αρκετά απασχολημένος για να συνειδητοποιήσει το χαμό που συντελούταν μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπέρα. Είχε ήδη σκοτώσει 3 πλάσματα και είχε καταφέρει να μη δεκτεί ούτε ένα χτύπημα. Απέναντί του στεκόταν ένα ακόμη ορκ, το οποίο μάταια προσπαθούσε να τον χτυπήσει. Μία προβολή με το σπαθί του, αναπήδησε πάνω στο ενισχυμένο πετσί που χρησιμοποιούσε ο Κόργκαν για τη θωράκισή του σώματός του. Ο τελευταίος, είχε εγκαταλείψει πλέον την πιο αμυντική τακτική του και ετοιμαζόταν να σκοτώσει και τον εναπομείναντα αντίπαλό του. Η λεπίδα στομωμένη όπως ήταν, δεν κατάφερε καν να γρατζουνίσει το δερμάτινο περίβλημα της πανοπλίας του. Είδε ένα ακόμη πλάσμα με κατεύθυνση από τον καταυλισμό, να τρέχει κατά πάνω του. Πίσω του και άλλα πλάσματα που κατευθύνονταν προς το δάσος. Ένα ακόμη αποσπάστηκε από τον όχλο και τον πλησίασε.
«Αναθεματισμένα σιχάματα! Δεν τα φτάνουν τα λαγούμια τους…», είπε με απαξίωση, θεωρώντας πως ο Φέργκαλ και οι άλλοι τα είχαν τρέψει σε φυγή. Επανέφερε το σώμα του σε αμυντική στάση. Προσπάθησε να μην τ’ αφήσει να τον κυκλώσουν, γιατί ήξερε πως τότε θα είχαν σημαντικό πλεονέκτημα απέναντί του. Όσο άναρχα και απαίδευτα όμως και αν ήταν, αργά η γρήγορα θα τον κύκλωναν. Έπρεπε να δράσει. Απέκρουσε το δόρυ του πρώτου πλάσματος απ’ τ’ αριστερά και με το δεξί του τσεκούρι προσποιήθηκε μία οριζόντια επίθεση στα άλλα δύο πλάσματα. Ένα μικρό βέλος που καρφώθηκε στην αριστερή ωμοπλάτη του, διέλυσε προς στιγμή την τακτική του. Δεν του είχε προκαλέσει μεγάλη ζημιά, αλλά ήταν εντελώς εκτεθειμένος σε τέτοιες επιθέσεις. Σκέφτηκε να τρέξει προς την ασφάλεια του καραβανιού, όμως σύντομα απόδιωξε αυτή τη σκέψη. Κατάφερε ένα κατακόρυφο χτύπημα στον πήχη του πρώτου πλάσματος από τα δεξιά. Το κτύπημα δυνατό. Κατάφερε να ρίξει το στομωμένο σπαθί στο έδαφος, μαζί με το χέρι του πλάσματος. Το πλάσμα έπεσε μπροστά και ο Κόργκαν, εκμεταλλευόμενος την ορμή του και στρέφοντας το σώμα του ελάχιστα προς τα δεξιά, κατάφερε να το χρησιμοποιήσει σαν ασπίδα, στα χτυπήματα των άλλων δύο.
Ο Μέλχιορ επιτέθηκε με προβολή, αναγκάζοντας τον αντίπαλό του να φέρει το σπαθί του μπροστά και κρατώντας το με τα δύο του χέρια από τις άκρες του, να αποκρούσει με υπερένταση. Σαν κομμάτι από μία καλοδουλεμένη μανούβρα, έκανε ένα απότομο βήμα μπροστά, ερχόμενος πρόσωπο με πρόσωπο με τον εισβολέα. Ή καλύτερα, στήθος με πρόσωπο. Με μία αστραπιαία κίνηση, γράπωσε τον αντίπαλό του και προσπάθησε να τον ακινητοποιήσει. Εκείνος δεν το είχε προβλέψει. Προσπάθησε να γλυτώσει από την τιτάνια λαβή του γιγαντόσωμου νέου. Τα πόδια του βρέθηκαν στη στιγμή στον αέρα, τουλάχιστον είκοσι εκατοστά από το έδαφος. Πάλευε, τιναζόταν, κουνούσε το κεφάλι του με ένταση, προς πάσα κατεύθυνση. Έμοιαζε μάταιο. Τα χέρια του, ακινητοποιημένα στα πλευρά του. Ένιωσε το σώμα του να συνθλίβεται. Το σπαθί του, γλίστρησε από το χέρι του. Η ανάσα του κόπηκε και η «άνιση» αυτή μάχη τελείωσε. Ο νέος τον άφησε να πέσει, αφού πρώτα βεβαιώθηκε πως δεν είχε πλέον τις αισθήσεις του. Κοίταξε φευγαλέα ολόγυρά του. Ο κουκουλοφόρος, ο δολοφόνος του Φέργκαλ, εκείνο το σιχαμένο και ανέντιμο πλάσμα, δε φαινόταν πουθενά. Του φάνηκε πως η πόρτα που προστάτευε ο Φέργκαλ, ήταν πλέον ανοικτή. Δεν έδωσε όμως σημασία. Αναζήτησε με αγωνία προς την πλευρά του δάσους, τον Κόργκαν. Τον είδε να ρίχνει νεκρό μπροστά του, ένα ακόμη πλάσμα. Δύο άλλα, προσπαθούσαν να βρουν κενό στην άμυνά του για να τον χτυπήσουν. Έτρεξε να τον βοηθήσει, όταν είδε τον φίλο του να τινάζεται περίεργα. Ακριβώς όπως έκανε κάθε φορά που τύγχανε να βραχεί ή να κάνει μπάνιο.
Ο Κόργκαν είχε νιώσει την επενέργεια από κάτι το υπερφυσικό. Σαν μία μαγική δύναμη να προσπάθησε να τον κρατήσει ακίνητο. Τίναξε τους ώμους του σαν να αποτίναζε από πάνω του οτιδήποτε μπορούσε να είναι αυτό, χωρίς να χάσει καθόλου την προσήλωσή του στους αντιπάλους του. Ένα μεγαλύτερο βέλος καρφώθηκε χαμηλά, λίγο πιο πάνω από το αριστερό γόνατό του. Η αιχμή του διαπέρασε ρουχισμό, μύες και δέρμα για να εμφανιστεί λουσμένη στο αίμα, από την άλλη πλευρά. Ο πόνος σχεδόν τον γονάτισε. Η λεπίδα του ενός πλάσματος, διαπέρασε την προς στιγμήν αδύναμη άμυνά του και καρφώθηκε ασθενικά στην κοιλιά του. Ο νάνος, άφησε το ένα του τσεκούρι να πέσει. Γράπωσε με το αριστερό του χέρι το μπράτσο του πλάσματος που τον είχε μαχαιρώσει, το τράβηξε μπροστά βάζοντάς το ανάμεσα σε αυτόν και το δεύτερο πλάσμα και με το δεύτερο τσεκούρι του, το χτύπησε στο κεφάλι. Ο ήχος από το χτύπημα, μαρτύρησε την τραγική κατάληξη και αυτού του πλάσματος.
Ο Μέλχιορ έπρεπε να κάνει κάτι άμεσα και με αποτελεσματικότητα. Συνέχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη. Χαμήλωσε το κέντρο βάρους του. Σκοπός του ήταν να εμβολίσει το τελευταίο πλάσμα, συμπαρασύροντάς το με την ορμή του. Τρία φωτεινά βλήματα διέγραψαν μία ακανόνιστη πορεία στον απογευματινό ουρανό, το σχεδόν ειρωνικά κοκκινοβαμμένο εκείνο δειλινό. Προσγειώθηκαν με δύναμη, πάνω στον Κόργκαν. Ήταν αδύνατο ο νάνος να μπλοκάρει μία τέτοια επίθεση. Παρά το γεγονός ότι η κληρονομιά του τον καθιστούσε ιδιαίτερα ανθεκτικό στη μαγεία. Του γλίστρησε και το δεύτερο τσεκούρι από τα χέρια. Προσγειώθηκε στα γόνατά του, μπροστά στο έλεος του δευτέρου πλάσματος.
Ο Μέλχιορ έπεσε με αδάμαστη φόρα πάνω στο τελευταίο ορκ, τη στιγμή που εκείνο έσκιζε το θώρακα του Κόργκαν με ένα ανάποδο χτύπημα του σπαθιού του. Κυλίστηκαν για μερικά μέτρα μαζί με το νεαρό άνθρωπο. Ο «μικρός» το καθήλωσε στο έδαφος με τα πόδια του. Το χτύπησε ανελέητα στο πρόσωπο με τις υπερμεγέθεις γροθιές του, μέχρι που δε μπορούσες πλέον ν’ αναγνωρίσεις καθόλου τα χαρακτηριστικά του. Λίγες δεκάδες μέτρα πιο πίσω, ένα άλλο ανθρωποειδές γινόταν μάρτυρας αυτής της θηριωδίας. Ο Μέλχιορ το συνέλαβε με την άκρη των ματιών του, καθώς έστρεφε το σώμα του προς το φίλο του. Τη μία στιγμή, στεκόταν εκεί. Ατάραχο. Ντυμένο σε έναν κόκκινο χιτώνα. Μπλεγμένο μέσα στις σκιές, καθώς αυτές έφταναν στο αποκορύφωμά τους, με τον ήλιο να ρίχνει τις τελευταίες κρυφές του ματιές, πάνω από τα βουνά των Κεράτων της Θύελλας. Την άλλη στιγμή, δεν υπήρχε τίποτα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του, μέχρι να καταλάβει αν ήταν κάποιο παιχνίδισμα των σκιών. Μήπως ήταν η φαντασία του; Η σκέψη του ανήσυχη, έτρεξε και πάλι στο φίλο του. Έτρεξε κοντά του.
Ο Κόργκαν κείτοταν ακίνητος, ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στα γόνατά του. Η δερμάτινη πανοπλία του, ήταν πλέον κομματιασμένη και καλυμμένη στο αίμα. Τρεις στάμπες από μικρά εγκαύματα, ξεχώριζαν στο πάνω μέρος της, ενώ μία διαγώνια πληγή δέσποζε κατά μήκος του θώρακά του. Ο νεαρός άνθρωπο, έψαξε για σημάδια ζωής . Δε μπόρεσε να βρει τίποτα. Με τα ακροδάκτυλά του, ψηλάφισε την πληγή στο θώρακα του νάνου. Το αίμα, χάραζε ένα βασανιστικό μονοπάτι προς τη ματαιότητα. Τα μάτια του βούρκωσαν και το είδωλο μπροστά του, παραμορφώθηκε. Σαν να ήθελε η εικόνα αυτή να σβηστεί για πάντα. Τα χέρια του κρέμασαν στο πλάι, σαν να παραιτούταν από τη ζωή. Ήθελε να κλείσει τα μάτια του και να μην τα άνοιγε ποτέ σ’ εκείνη την ακτή της θάλασσας των Διατείνοντων Αστέρων, ένδεκα χρόνια πίσω. Τίποτε δεν είχε σημασία πλέον. Δεν άκουσε καν, τα προκλητικά βήματα κάποιου πλάσματος, που πλησίαζε αργά από πίσω του. Τελικά, ότι και αν συνήθιζε να λέει ο Κόργκαν, υπήρχαν πράγματα που μπορούσαν να λυγίσουν τον μικρό αυτό γίγαντα.
Ένα έντονο συναίσθημα αποτυπώθηκε στο μυαλό του. Το έδιωξε μακριά, χωρίς καν να μορφάσει. Τίποτε δεν είχε σημασία πλέον. Άνοιξε τα μάτια του. Τα δάκρυά του κύλησαν με ορμή. Ενώθηκαν με το αίμα που ξεχυνόταν άφθονο από το στόμα του και το έκαναν να κυλήσει με ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Ξερόβηξε, φτύνοντας μακριά αίμα και κατάρες για τη θνητότητα της ύπαρξής τους και την ανικανότητά του. Τίποτε δεν είχε σημασία πλέον. Κατέβασε το βλέμμα του. Μία μυτερή λεπίδα, εξείχε από τον αριστερό του θώρακα. Ακούμπησε την αιχμή της, σαν να καλωσόριζε την καταδίκη του. Ήθελε αυτό να είναι το τέλος. Η οργή του, που πάντοτε λειτουργούσε σαν ασπίδα στον πόνο και τις κακουχίες, εκείνη η έμφυτη μανία που με δυσκολία του είχε μάθει ο Κόργκαν να τιθασεύει, είχε πνιγεί, μέσα σ’ εκείνο το ίδιο αίμα που ανάβλυζε από τον πνεύμονά του και ξεχυνόταν από το στόμα του.
«Φρόντισε να μείνεις νεκρός!», του ψιθύρισε μία φωνή που μύριζε θάνατο. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του, σε μία ένδειξη συγκατάβασης. Σωριάστηκε δίπλα στον Κόργκαν τον μέντορά του. Τον κοίταξε για τελευταία φορά, αποχαιρετώντας τον. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος από την απώλεια των αγαπημένων σου προσώπων. Πλέον ήξερε, ο Μέλχιορ. Υπάρχει μεγάλη σοφία στο τέλος του μονοπατιού.
«Αντίο φίλε μου, αδελφέ μου, πατέρα μου!». Ο μικρός έκλεινε για τελευταία φορά τα μάτια του. Το θρηνητικό ουρλιαχτό ενός λύκου που αντήχησε από κάπου κοντά, εναγκάλιζε τον ερχομό της νύκτας. Ο ήλιος έδυσε θλιμμένος εκείνο το απόγευμα, παίρνοντας μαζί του ως επτασφράγιστο μυστικό, όλα όσα είχε δει νωρίτερα, σ’ εκείνο το ξέφωτο.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου