Χτύπησε πάνω στο αριστερό ντουβάρι, όπως πέρασε τρέχοντας μέσα από τη μισογκρεμισμένη είσοδο. Η ξύλινη πόρτα, ακουμπούσε ξεψυχισμένη κάτω.
Το φευγαλέο πάτημά του πάνω της, της έδωσε ζωή για μόλις μία στιγμή επιτρέπωντας σε έναν τριχτό ήχο να δραπετεύσει από κάτω της και να αντηχήσει στους τοίχους του ερειπωμένου κτιρίου.
Ο πιτσιρικάς πήδηξε μέσα στο σκοτάδι και γονάτισε. Παρέμεινε για λίγο ακίνητος κι έπειτα γύρισε και κοίταξε πίσω του. Τα μάτια, του κινήθηκαν πέρα δώθε.
Έστριψε το κεφάλι του στο πλάι και με το δεξί αυτί του, σημάδεψε την κατεύθυνση από την οποία είχε μόλις έρθει. Έσμίξε τα φρύδια του και μόρφασε, τινάζοντας το κεφάλι του δεξιά αριστερά.
Έπειτα στράφηκε και πάλι μπροστά. Το φως από το δρόμο, ξεγλιστρούσε σαν κλέφτης μέσα από μικρές τρύπες στους τοίχους και την οροφή.
Στο ημίφως, διαγράφονταν σωροί από χαλάσματα και σκουπίδια. Στο βάθος της μεγάλης αίθουσας, μία ακτίνα φωτός που έφερνε σε προβολέα δραματικού θεάτρου, σημάδευε μία μεγάλη κολώνα που αναπαυόταν στο πάτωμα.
Σηκώθηκε. Άνοιξε γοργά μα προσεκτικά το βήμα του προς το μέσο της αίθουσας. Κινούταν με άνεση όπως τα νυκτόβια πλάσματα, μα πριν προκάμει να φτάσει στην πεσμένη κολώνα, το σώμα του άρχισε να κινείται πιο αργά.
Σύντομα, πάγωσε σε θέση κίνησης. Τα μάτια του ανοιγόκλεισαν κάμποσες φορές. Το χερι του ανεβοκατέβηκε. Για μία στιγμή, παρέμεινε παγωμένος κι έπειτα άρχισε σιγά σιγά να ανακτά και πάλι όρθια στάση. Συνέχισε από εκεί που είχε σταματήσει, μα ο ρυθμός του ήταν πιο πλέον αργός.
Πλησίασε την κολώνα. Από αυτή την απόσταση ήταν πλέον ξεκάθαρο. Απεικόνιζε ένα ανθρωποειδές ευθυτενές άγαλμα με τρία μάτια και ύψος περί τα δυόμισι μέτρα.
Το κεφάλι ήταν κακοποιημένο, λες και το είχαν χτυπήσει με κάποιο σκληρό αντικείμενο. Το σώμα, διαμελισμένο. Κατά μήκος του, υπήρχε γραμμένη, η φράση: “Δεν υπάρχει Θεός”. Γονάτισε δίπλα του.
Τράβηξε από την τσέπη του το κομποσχοίνι που του είχε δώσει ο γερο-Ραμ, σταύρωσε τα χέρια του και με τη φωνή του έδιωξε μακριά τη βουβαμάρα του σιωπηλού ναού.
Στην αρχή ακουγόταν ένα αχνό μουρμουρητό, μα από κοντά τα λόγια του ακούγοντας καθάρια:
“Δεν ξέρω τι είναι αυτό που ψάχνω εδώ. Ίσως είμαι απλά προβληματικός και αναζητώ δεισιδαιμονίες και μύθους. Ίσως να κυνηγώ μία τελευταία πιθανότητα, πριν χαθώ για πάντα.”
“Δεν μπορώ να επιβεβαιώσω αν υπάρχεις και αν υπάρχεις αν μοιάζεις με οποιονδήποτε από εμάς.”
“Εμάς…”, επανέλαβε και έκανε μία σπασμοδική κίνηση του κεφαλιού του. “Δεν εκτιμώ πως μοιάζεις με οποιονδήποτε από το είδος μου, αλλά η υπόθεσή μου λέει πως μικρή σημαντικότητα έχει. Ειδικά αν δεν υπάρχεις”. Η φωνή του αυξομειωνόταν, σαν κάποιος να έπαιζε με την ένταση της.
“Όμως εύ-χο-μαι να εί-σαι ε-κεί…” η ομιλία του έγινε διακοπτόμενη για λίγο και έπειτα συνέχισε λες και δεν είχε συμβεί τίποτε. “...και να με ακούς. Όχι δεν εκτιμώ κάποια επουσιώδη διαφοροποίηση. Μου αρκεί να υποδύομαι πως κάποιος ή κάτι απλά με ακούει αν και ελ-πί-ζω σε κάτι, πέρα από κάθε εκτίμηση ή πιθανότητα”.
“Είμαι σίγουρος πως μπορούμε να ζήσουμε σε αρμονία…”. “...να συνυπάρξουμε”, είπε μετά από μία μεγάλη παύση.
“Ότι υπάρχει μία συνθήκη, ίσως και περισσότερες, όπου δε θα αντιμετωπίζουμε το ένα είδος το άλλο ως απειλή.” Το κομποσχοίνι είχε παραλύσει μέσα στην πνιγηρή λαβή του παλικαριού. Η φωνή του πλέον ακουγόταν καθαρά, έξω από το κτίριο.
“Βλέπω εικόνες από μία καθημερινότητα διαφορετική. Αδυνατώ όμως να καταλάβω αν είναι ένα ιδεατό μέλλον. Κάτι σαν λειτουργία που προσομοιάζει στο υποσυνείδητο. Αν και απίθανο ως ενδεχόμενο. ‘Η απλά μία έκφανση του μέλλοντος με χαμηλή πιθανότητα πραγματοποίησης”.
Χαλάρωσε τη λαβή του όπως έσφιγγε μέσα της το δώρο του γερο-Ραμ και σήκωσε το δεξί του χέρι προς το μάγουλο του. Με τον δείκτη του ακούμπησε την άκρη του δεξιού του ματιού όπου είχε σχηματιστεί ένα δάκρυ. Το έφερε μπροστά του και έμεινε να το κοιτάζει με τα χαρακτηριστικά του προσώπου του απαθή.
Τα βλέφαρά του τρεμόπαιξαν πάλι. Πίσω του, η πεσμένη ξύλινη πόρτα, έτριξε 2 φορές και μετά μία ακόμη. Ο μικρός έγειρε αργά πάνω στο άγαλμα και έμεινε ασάλευτος.
Είχε πάρει να σουρουπώνει. Η Λεωφόρος Ονείρων, δε βιαζόταν να υποδεχτεί κόσμο. Εξάλλου και αυτό το βράδυ θα τιμούσε τη φήμη της ως η πιο πολυσύχναστη οδός στη Σίντρα. Ο δρόμος όπου όλα τα όνειρα και οι απολαύσεις μπορούσαν να γίνουν πραγματικότητα, για το κατάλληλο αντίτιμο.
Τα γύρω κτίρια και τα σοκάκια ήταν ντυμένα σε ένα υπνωτιστικό μοτίβο, καθώς οι αναρίθμητες πινακίδες από νέον έριχναν πάνω τους το αδιάκριτο βλέμμα τους.
Έξω από το “Μαντάμ Ρενό”, τη Γκαλερί της Σαγήνευσης όπως ήταν γνωστό το επταώροφο μπουρδέλο, μία φιγούρα, αργόσερνε τα βήματά της. Ήταν καλυμμένη από το κεφάλι μέχρι τα πόδια με ένα γκρι αδιάβροχο που πιο πολύ έφερνε σε αδιάφανο μουσαμά.
Είχε να βρέξει από μέρες αν και ποτέ δεν ήξερες πότε θα ξεσπούσε μπόρα. Ο ουρανός ήταν μόνιμα πνιγμένος πίσω από παχιά γκρίζα σύννεφα, που συνέχεια άστραφταν και βρυχώνταν.
Πλέον τα πάντα ήταν καλυμμένα σε ένα βαθύ γκρι. Η απουσία του ήλιου, είχε φέρει την εδραίωση της υδροπονίας και της καλλιέργειας υπό τεχνητό φως. Η τεχνολογία είχε εγκαταλείψει οτιδήποτε ψηφιακό και είχε επανεκκινήσει από τους μακρινούς προκατόχους της της δεκαετίας του 1950.
Τα παγκόσμια αποθέματα σε ορυκτά καύσιμα είχαν εξαλειφθεί πλήρως. Η πυρηνική ενέργεια είχε απαγορευτεί και τερματιστεί. Ο πλανήτης δε θα σήκωνε ούτε το παραμικρό ατύχημα, μετά τα γεγονότα της 9ης Ιουλίου του 2028, η οποία σήμανε και την αρχή του τέλους του μέχρι τότε γνωστού κόσμου.
Η ενέργεια προερχόταν κυρίως από την τιθάσευση του ανέμου, των κυμάτων και του κεραυνού. Τα χέρσα και θαλάσσια οχήματα κινούνταν με ειδικούς υπερπυκνωτές που είχαν τη δυνατότητα να αποθηκεύουν τεράστια ποσά ενέργειας, ενώ τα εναέρια, με τη φυσική μέθοδο της επαγωγής, εκμεταλλευόμενα το μαγνητικό πεδίο της Γης.
Πολλά είχαν αλλάξει το έτος 2041. Αλλά τουλάχιστον η ανθρωπότητα ζούσε ειρηνικά. Χωρίς σύνορα, θρησκείες ή πολιτικά δόγματα να τη χωρίζουν.
“Ε, εσύ με τη σκουπιδοσακούλα. Ακίνητος!”, ακούστηκε ο αντίλαλος μίας γυναικείας φωνής, κατά μήκος της Λεωφόρου Ονείρων. Η φιγούρα που συνέχιζε να σέρνει τα βήματά της σαν σαλιγκάρι, άλλαξε μονομιάς κατεύθυνση και προσπάθησε να διασχίσει το δρόμο για να χωθεί στο απέναντι σοκάκι.
Πίσω της, το βαρύ ποδοβολητό από τρία άτομα, ολοένα και δυνάμωνε. Ήλπιζε ότι θα τα κατάφερνε όταν το πνιχτό σκοτάδι του στενού άρχισε να την καταπίνει. Μα τότε ένα δυνατό χέρι την άρπαξε από τον ώμο και την πέταξε πίσω στο φως, όπου σωριάστηκε παραπατώντας καταμεσής του δρόμου.
Δύο γεροδεμένοι τύποι, ένας με ένα ηλεκτροφόρο ρόπαλο και ένας άλλος με μία ηλεκτροφόρα βαλλίστρα, άρχισαν να την σημαδεύουν, την ώρα που η κοπέλα αποκάλυπτε το αηδιαστικό πρόσωπο του γερο-Ραμ.
Το Μίασμα τον είχε προσβάλει έναν χρόνο πίσω, μα δεν υπήρχε θεραπεία για τους παρακατιανούς. Του είχε πάρει το αριστερό χέρι κι ένα τμήμα του προσώπου του. Η σάρκα του στα σημεία εκείνα, είχε πλήρως αφυδατωθεί και μαυρίσει.Οι μύες του χεριού είχαν πεθάνει και το μουμιοποιημένο δέρμα διέγραφε αποκρουστικά τα κόκκαλα του. Μόνο ο ώμος έδινε λίγη ζωή στο νεκρό μέλος.
Στη θέση του δεξιού ματιού του, υπήρχε πλέον μία μαύρη εσοχή περιτριγυρισμένη από ξερά υπολείμματα σταφιδιασμένου δέρματος.
Η ασθένεια αρχικά νέκρωνε τα νεύρα όπου χτυπούσε και στη συνέχεια μπλόκαρε την παροχή αίματος προς τα σημεία εκείνα του σώματος. Έτσι σιγά σιγά κατάτρωγε το μέρος ή το όργανο που είχε προσβάλει, μεταμορφώνοντας τον ασθενή, σε έναν ζωντανό, που έσερνε μαζί του, νεκρά μέρη του σώματός του.
“Ραμ, Ραμ, Ραμ…”, επανέλαβε με ειρωνεία η κοπέλα, κουνώντας το κεφάλι της πέρα δώθε. “Πόσες φορές σου έχω πει πως δε θέλω να κρύβεσαι κάτω από τα κουρέλια σου;”
Ο γερο-Ραμ ακουμπούσε με την πλάτη του πάνω στο οδόστρωμα, στηριζόμενος στον καλό αγκώνα του. Κρατούσε ακόμη στο χέρι του μία ξεφτισμένη υφασμάτινη τσάντα, που από τη βρωμιά, δεν ξεχώριζε το αρχικό χρώμα της.
Οι τρεις υψώνονταν γύρω του σαν απειλητικοί γίγαντες, μα δεν έδειχνε να σκιάζεται. Που και που απλά ανοιγόκλεινε το καλό του μάτι, καθώς τον τύφλωναν τα φώτα του δρόμου.
Η γυναίκα της μικρής ομάδας, τράβηξε με βία από το χέρι του τη σακούλα και την άδειασε γύρω τους. Με το μακρύκανο όπλο της, παραμέρισε μερικά αντικείμενα και αφού δε βρήκε τίποτε ενδιαφέρον, πάτησε με δύναμη πάνω σε ένα μπουκαλάκι από φθηνό αλκοόλ, μέχρι που έγινε κομμάτια και το περιεχόμενό του κύλησε στον υπόνομο.
Κρυμμένο καλά μέσα στα σκοτάδια του σοκακιού, ένα άλλο πλάσμα κοίταζε ανέκφραστο όλο το περιστατικό. Είχαν περάσει δύο μέρες και τρεις νύχτες, από τότε που είχε εγκατασταθεί σε εκείνο το σημείο, μέσα σε έναν παλιό, μεταλλικό κάδο συλλογής σεντονιών.
Είχε τραπεί σε φυγή όταν οι Βέχεν, οι Φύλακες της Παγκόσμιας Τάξης, επιτέθηκαν στο μέρος όπου μαζί με άλλους αποκαλούσε σπίτι. Δε γνώριζε τίποτα για την τύχη των υπολοίπων αν και δεν περίμενε να είχαν καλή κατάληξη.
Από το σημείο εκείνο, παρακολουθούσε τον πολυσύχναστο κατά τα άλλα δρόμο, σαν παράνομος θεατής κινηματογράφου. Μελετούσε κάθε άνθρωπο για τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που είχε ευκαιρία να τους δει και έκανε υποθέσεις για το χαρακτήρα του και τις συνήθειές του.
Η συγκεκριμένη συμπεριφορά όμως του είχε φανεί πολύ περίεργη και αποφάσισε να αφήσει την προστασία του κάδου και να πλησιάσει περισσότερο, πάντα διατηρώντας την κάλυψη που του προσέφερε το σκοτάδι.
Έφτασε μέχρι το σημείο όπου το φως από τις πινακίδες νέον δε μπορούσε πλέον να αποδιώξει τη σκοτεινιά. Κοιτούσε εξωνυχιστικά από πάνω ως κάτω τους τρεις ανθρώπους που είχαν κυκλώσει τον παππούλη, λες και προσπαθούσε να αποστηθίσει κάθε κίνησή τους, καθετί που φορούσαν, καθετί που κρατούσαν.
Ο γεράκος έμεινε μόνος να μαζέψει τα πράγματά του, σαν οι τρεις τελείωσαν για μία ακόμη φορά μαζί του. Στρίμωξε μέσα στο ταγάρι του το αδιάβροχό του, ανασηκώθηκε όπως όπως και έσυρε τα βήματά του μέσα στην ασφάλεια της σκοτεινιάς. Εκεί που μπορούσε να κρύψει τη ντροπή του, τη θλίψη του, την κούρασή του για μία ζωή που δεν έλεγε να έρθει στο τέλος της.
Μέσα στον λυτρωτικό ζόφο, άφησε την τσάντα να γλιστρήσει από το χέρι του, έπεσε στα γόνατα και επέτρεψε στα δάκρυά του να ξεπλύνουν τα συναισθήματά του.
Το μυστηριώδες πλάσμα που παραμόνευε μέσα στη σκιά, πλησίασε σαν νυχτερινός θηρευτής. Σαν φάντασμα.
Γλίστρησε πίσω από την πλάτη του γερο-Ραμ, στην αριστερή του πλευρά. Έμοιαζε να προκαλούσε τον ανίδεο παππού να τον δει. Σίμωσε το πρόσωπό του στο υγρό και ρυτιδιασμένο μάγουλο, ύψωσε το χέρι του αργά αργά και με τον αντίχειρά του δεξιού του χεριού, μάζεψε προκλητικά ένα δάκρυ.
Ο Ραμ δεν τραβήχτηκε. Καλωσόρισε την ανατριχιαστική αίσθηση, σαν λύτρωση. Πήρε μία γοργή ανάσα, έκανε λίγο χώρο ανάμεσα στα αναφιλητά του και ψέλλισε: “Ήρθες να με πάρεις;”
“Να σε πάω που;” του απάντησε μία άψυχη αντρική φωνή. Ο Ραμ ψηλάφισε στο σκοτάδι τον αθέατο διώκτη του σαν να προσπαθούσε να καταλάβει αν ήταν φίλος ή γνωστός. Περιεργάστηκε τον καρπό του κι έπειτα του χτύπησε απαλά το χέρι δύο φορές.
Ρούφηξε με δύναμη μέσα από τα ρουθούνια του, τράβηξε μία διπλή κοφτή ανάσα και ανταπάντησε: “Σπίτι. Θα με βοηθήσεις;” Ταυτόχρονα άρπαξε το χέρι του αγνώστου με δύναμη και προσπάθησε να σηκωθεί.
Ο περίεργος ξένος τον έπιασε από τον αγκώνα και με προσοχή τον βοήθησε να σταθεί και πάλι στα πόδια του. Μάζεψε τη σακούλα από κάτω και κρατώντας τον, έκανε να στραφεί προς τη Λεωφόρο Ονείρων όπου τα φώτα περίμεναν να αποκαλύψουν την ταυτότητα του.
Ο Ραμ όμως τον τράβηξε πίσω και τον προέτρεψε να κινηθούν μέσα από το αφώτιστο στενό. “Είμαστε μόνο δύο τετράγωνα μακριά. Πίσω από τον παλιό σταθμό του ηλεκτρικού. Θα με οδηγήσεις εσύ όπου δε βλέπω. Εξάλλου, καλό θα ήταν να μη συναντήσεις κανέναν από δαύτους.” αποκρίθηκε με τη φωνή του να έχει αποκτήσει νέα ζωή.
Κινήθηκαν στα κρυφά μέχρι που φτάσανε στα όρια του φωτισμού του επόμενου δρόμου, μα πριν περάσουν στο φως, ο γερο-Ραμ σταμάτησε. Πήρε από το χέρι του συνοδού του την τσάντα του και του ζήτησε να περιμένει εκεί.
Βγήκε στο φως και διέσχισε το δρόμο, κοιτώντας αδιάκριτα προς κάθε κατεύθυνση. Η κίνηση προσέφερε μία επιπλέον προστασία. Μόλις βεβαιώθηκε ότι καμία ομάδα από Βέχεν δεν περιπολούσε εκεί γύρω, έγνεψε με το κεφάλι του στο σύντροφό του να τον ακολουθήσει.
Εκείνος με ταχύτητα εγκατέλειψε το προπέτασμα της νύχτας και άφησε τα φώτα του δρόμου να μαρτυρήσουν τα χαρακτηριστικά του. Ήταν ένα παλικάρι γύρω στα 16, μετρίου αναστήματος, με πρόσωπο γεμάτο γωνίες, καθαρό χωρίς καν ίχνος χνουδιού στα μάγουλα ή γύρω από τα χείλη του και καστανά καλοχτενισμένα μαλλιά.
Φορούσε ένα βρώμικο κοντομάνικο πουκάμισο κουμπωμένο μέχρι ψηλά το λαιμό, το οποίο άφηνε υπόνοιες ότι κάποτε ήταν λευκό. Το παντελόνι του ήταν ένα μπλου τζιν που στα περισσότερα σημεία του έμοιαζε με μαύρο. Έτρεχε ξυπόλητος να χωθεί και πάλι, μέσα εκεί όπου τα φώτα δε μπορούσαν να φτάσουν.
Ο Ραμ βούτηξε κι αυτός ξωπίσω του στο σκοτάδι. Ο κόσμος της σκιάς κατάπινε λαίμαργα την όρασή του, μέχρι που τον ξέρασε ελεύθερο σε έναν κατάμαυρο ωκεανό από εικόνες μίας εποχής που τη χαρακτήριζε το φως.
Συνεχίζοντας να κρατάει την υφασμάτινη τσάντα του, έτεινε
τον αγκώνα του στο πλάι αναζητώντας τον νεαρό. Μα εκείνος ήταν ήδη δίπλα του να
τον βοηθήσει να διασχίσουν και αυτόν τον άφωτο παράδρομο μαζί.
“Έχεις όνομα ή μπορώ να σε φωνάζω Ζίγκαν;”, του ψιθύρισε ο γέρος.
“Με φωνάζανε Ρόουκ, μα μπορώ να ακούω και στο όνομα Ζίγκαν.”, αποκρίθηκε ο πιτσιρικάς, στον ίδιο τόνο.
Ο γεράκος δεν έδωσε πολλή σημασία στην απάντηση του μικρού. Χαμογελούσε, παραδομένος στις αναμνήσεις μίας ζωής που πίστευε για πάντα χαμένη.
Συνέχισαν την πορεία τους βουβά, μέχρι που και πάλι το φως των δρόμων έκανε αισθητή την παρουσία του. Ο Ραμ, ξαναπήρε την τσάντα στα χέρια του και ακολούθησε την ίδια διαδικασία. Με την άκρη του ματιού του, εντόπισε μία ακόμη περιπολία Βέχεν που πάντα κινούνταν σε τριάδες.
Έκανε πως δεν τους είδε. Με το κεφάλι του ένευσε στον πιτσιρίκο, ευχόμενος να καταλάβει ότι έπρεπε να κρυφτεί και συνέχισε να διασχίζει το δρόμο κάθετα επιταχύνοντας το βήμα του όσο μπορούσε. Οι Φύλακες της Τάξης, κινούνταν απομακρυνόμενοι από αυτόν και έτσι δεν είχε μεγάλη σημασία.
Μόλις έφτασε απέναντι, τρύπωσε πίσω από τον τοίχο της εισόδου που οδηγούσε στον παλιό ηλεκτρικό και περίμενε μέχρι που οι τρεις Βέχεν έστριψαν στην επόμενη διασταύρωση. Άφησε την τσάντα του κάτω, ξεπρόβαλε το κεφάλι του τόσο ίσαμε να του είναι χρήσιμο το αριστερό του μάτι και προς τις δύο κατευθύνσεις του δρόμου και μόλις σιγουρεύτηκε ότι η λεωφόρος ήταν ασφαλής, σήκωσε το χέρι του και κάλεσε γέρικα, κοντά του τον μικρό.
Έμενε στην “Κυψέλη 17”. Ένα μετρίου μεγέθους σύμπλεγμα διαμερισμάτων που αριθμούσε περισσότερα από 200 σπίτια. Τα σπιτάκια είχαν οκταγωνική πρόσοψη και ήταν τέλεια στοιβαγμένα δίπλα δίπλα, που πραγματικά θύμιζαν κυψέλη. Κατασκευάζονταν έτσι, καθώς τους επέτρεπε να αυξήσουν το μέγεθος του συμπλέγματος οποτεδήποτε ή να αφαιρέσουν ένα διαμέρισμα οποιαδήποτε στιγμή και από οποιοδήποτε σημείο, για να το επισκευάσουν ή να το αντικαταστήσουν.
Ο γερο-Ραμ τράβηξε μία καρέκλα και την προσέφερε στο νέο παλικάρι. “Κάθισε.”, πρότεινε στον νεοβαπτισμένο Ζίγκαν και ο μικρός έκατσε με τη μία, σαν να υπάκουσε σε εντολή.
Ο Ραμ παραμέρισε σιγά σιγά με τα βήματά του τα σκουπίδια στο πάτωμα και κάθισε στο κρεβάτι του, απέναντι από τον μικρό. Μία κουκέτα που ήταν τοποθετημένη μέσα σε μία εσοχή στον δεξιό τοίχο.
Ο Ζίγκαν τον κοίταζε ανέκφραστος, χωρίς καν να βλεφαρίζει.
“Πως βρέθηκες στο δρόμο; Δεν είναι μέρος για εσάς…”, είπε σφίγγοντας τα ζαρωμένα χείλη του σε μία ένδειξη συμπόνιας.
“Τρεις μέρες πίσω, μία μεγάλη ομάδα από Βέχεν, ανακάλυψε το μέρος όπου κρυβόμασταν. Δεν ξέρω αν κατάφερε κάποιος άλλος να δραπετεύσει. Φο-βά-μαι…”, - η λέξη έσπασε σε 3 κομμάτια όπως έβγαινε από το στόμα του Ζίγκαν - “οτι τα κατάφερα μόνο εγώ.”, αποκρίθηκε, χωρίς τον παραμικρό χρωματισμό στη φωνή του.
“Φοβάμαι!” επανέλαβε θριαμβευτικά ο Ραμ. “Είσαι διαφορετικός εσύ!” του αποκρίθηκε, δείχνοντάς τον.
Ο Ζίγκαν, συνέχισε να τον κοιτάζει ανέκφραστος.
“Δεύτερης γενιάς οικογενειακός σύντροφος της GenDroid;” ρώτησε τον νέο.
“Πρώτης.” του ανταπάντησε ο Ζίγκαν στο μόνιμα απαθές ύφος του.
Ο Ραμ σάρωσε τον αέρα μπροστά του, σαν να προσπαθούσε να
επιφέρει ένα ξεψυχισμένο δεξί κροσέ σε κάποιον αόρατο αντίπαλο.
“Ξέρεις, πίσω στις μέρες πριν τη Μεγάλη Σύρραξη, ήμουν τεχνικός νευρωνικών δικτύων στη Μητέρα.”
Ο Ζίγκαν συνέχισε να τον παρατηρεί με βλέμμα απλανές.
“Βάσει ανάλυσης χαρακτηριστικών προσώπου και κεφαλής, η ηλικία του εκτιμάται μεταξύ 44-46 ετών. Το ύψος είναι 181 εκατοστά χωρίς τις παντόφλες. Το βάρος του βάσει ανάλυσης στήθους, μέσης και ύψους, είναι μεταξύ 95 και 98 κιλών.”
“Εντάξει, εντάξει! Κατάλαβα! Δεσμευμένος χώρος αποθήκευσης Μνήμης Ρουτίνας!”, είπε ο Ραμ σε μορφή διαταγής.
“112,29 Exabyte”, απάντησε άμεσα ο Ζίγκαν.
“Υποθέτω πως θα μας πάρει πολύ περισσότερο από 13 χρόνια για να μάθουμε όλες τις αναμνήσεις σου από τότε…”, είπε με περιπαιχτική διάθεση. “Έλεγχος Κατάστασης Μητρώου!”, συνέχισε στο ίδιο ύφος.
“Ακεραιότητα μπαταρίας μικρότερη του 4%.”
"Ξέρεις τι σημαίνει αυτό;" ρώτησε ο γέρος, με
περισσή συμπόνια στη φωνή του.
Ο γερο-Ραμ χαμογέλασε ψεύτικα. "Αυτά είναι τα γεγονότα. Υποθέτω... Ξέρεις όμως τι σημαίνουν όλα αυτά;"
“Έχω συγκεκριμένο χρόνο λειτουργίας.”
"Και μετά;"
"Αδυναμία λειτουργίας."
Ο Ραμ έκανε να χαμογελάσει, μα τα χαρακτηριστικά του είχαν σκληρύνει. Έσφιξε ακόμη μία φορά τα χείλη του και κοίταξε τον μικρό με συμπάθεια μα δεν είχε κάτι να πει.
“Και μετά;” τον ξάφνιασε ο Ζίγκαν.
Ο γερό-Ραμ κοίταξε το ανδροειδές με ένα βλέμμα παράδοσης. “Δεν έχω αυτή την απάντηση. Κάποτε οι άνθρωποι πίστευαν στο Θεό και στα δύσκολα τον αποζητούσαν. Αυτό τους έδινε δύναμη να ξεπεράσουν τα εμπόδια. Κάποιοι λίγοι το κάνουν ακόμα.”
“Θεό;”
“Ένα ανώτερο ον που είχε ανθρώπινη περίπου μορφή και λέγανε ότι είχε δημιουργήσει τα πάντα.”
“Και που βρίσκεται;”
“Υποτίθεται ότι βρισκόταν παντού. Αλλά οι πιστοί συνήθως μαζεύονταν σε ναούς για να προσευχηθούν.”
“Τώρα δε βρίσκεται εκεί;”
“Τώρα η πίστη έχει πεθάνει. Τα γεγονότα που ακολούθησαν τη Μεγάλη Σύρραξη, δεν άφησαν πολύ χώρο στους ανθρώπους για να πιστεύουν σε κάτι ανώτερο.”
“Πως θα Τον συναντήσω;”
“Δεν είναι τόσο απλό.”
“Τι πρέπει να κάνω;”
“Υποθέτω, να πιστεύεις.”
“Και αν μάθω να πιστεύω, θα Τον συναντήσω;”
“Είσαι όντως διαφορετικός… Δεν ξέρω, αλλά μπορείς να προσπαθήσεις.”
“Και πως θα μάθω;”
“Σίγουρα όχι εδώ μέσα…”, ξεφύσηξε απογοητευμένος ο γερο-Ραμ. Σηκώθηκε και έχωσε το χέρι του κάτω από το στρώμα του. Τράβηξε έξω ένα παλιό μεταλλικό κουτάκι. Από μέσα του έβγαλε ένα πολυκαιρισμένο διαφημιστικό φυλλάδιο με έναν παλιό χάρτη της Σίντρα. Πάνω του ήταν σημειωμένη η διαδρομή του Διασκεδαστικού Λεωφορείου που έκανε τότε περιοδεία στα αξιοθέατα της πόλης.
“Εδώ υπήρχε ένας ναός πριν χρόνια. Βλέπεις; Δεν ξέρω καν αν υπάρχει λόγος να το κάνεις. Αν σε πιάσει μία περιπολία των Βέχεν… καταλαβαίνεις. Αλλά που ξέρεις, ίσως τα θαύματα να μην έχουν πεθάνει ακόμη.” και χαμογέλασε κοιτώντας με θαυμασμό το πολύ περίεργο ανδροειδές. “Κράτησε κι αυτό μαζί σου.”, του είπε και έβγαλε από το κουτάκι ένα μαύρο κομποσχοίνι.
“Απλά πες δυνατά, ότι σκέφτεσαι. Έλα, πρέπει να βιαστείς.”
Τον οδήγησε μέχρι τον παλιό σταθμό του ηλεκτρικού και από εκεί έμεινε να τον κοιτάζει καθώς ο μικρός ξεχύθηκε στο κατόπι για την αναζήτηση του Θεού. Καθώς απομακρυνόταν του φώναξε: “Ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω στη Μητέρα!”
Η κίνηση είχε πέσει λιγάκι στους κεντρικούς δρόμους και αυτό έκανε την αποστολή του ακόμη πιο δύσκολη. Έτρεχε ασταμάτητα, χωρίς να τον νοιάζει αν θα έπεφτε πάνω σε κάποια περιπολία.
“Έι, εσύ εκεί! Ακίνητος!”, του φώναξε κάποιος, μα αυτή τη φορά δεν υπάκουσε.
Ένα ηλεκτροφόρο βέλος σφύριξε δίπλα από το αυτί του και καρφώθηκε στον τοίχο μπροστά του. Ο Ζίγκαν κινούταν στο μέγιστο των δυνατοτήτων του. Πήδηξε μέσα στο πρώτο στενο και χάθηκε στο σκοτάδι. Ξωπίσω μία ομάδα από Βέχεν.
Τα συστήματά του τον ενημέρωναν ότι η κατανάλωση ενέργειάς του βρισκόταν σε κρίσιμα επίπεδα. Συνέχιζε όμως με τον ίδιο ρυθμό.
Από την επόμενη γωνία του στενού, είδε το κτίριο που κάποτε χρησιμοποιούταν για ναός. Δε μείωσε ταχύτητα ούτε στιγμή. Οι διώκτες του είχαν μείνει πίσω.
Ξεψάχνισαν κάθε σπιθαμή του στενού με τη βοήθεια φακών. Μα δε βρήκαν τίποτα. Μέχρι να βγουν στον παράλληλο, είχαν χάσει κάθε ίχνος του φυγά. Πάνω στον κεντρικό δρόμο, έκαναν να στρίψουν αριστερά, αλλά τελευταία στιγμή άλλαξαν γνώμη. Κατηφόρισαν προς τον παλιό δημοτικό κήπο.
Καθώς προχωρούσαν, ένα ακαθόριστο μουρμουρητό τους τράβηξε την προσοχή. Πλησίασαν. Ξεκάθαρα προερχόταν από τον εγκαταλειμμένο ναό. Πάντα σε επιφυλακή, πέρασαν τη ρημαγμένη είσοδο. Πάνω στο άγαλμα που απεικόνιζε κάποιον από τους ξεχασμένους Θεούς, βρισκόταν ο φυγάς τους ξαπλωμένος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου