Η Λύτρωση

Κάλεσα τον ήλιο για τελευταία φορά. Σε έναν τόπο που πια ποτέ δεν ξημερώνει. 

Για να ζητήσω συγχώρεση για τις αμαρτίες μου. Για να με λυτρώσει. 

Και εκείνος δέχτηκε. Αναδύθηκε μέσα από τα σπάργανα της μαγείας και άπλωσε το επικριτικό βλέμμα του ολούθε.

Αγνός τρόμος με κατέκλυσε. Παραδομένη για χρόνια στα σκοτάδια της κόλασης, είχα ξεχάσει αυτό το συναίσθημα. 

Ήλπιζα ότι θα αναβίωνε μέσα μου η καρτερικότητα, η αγαλλίαση που αμυδρά θυμόμουν από τη ζωή μου ως άνθρωπος.

Μα δεν το απόρριψα. Δεν το απόφυγα. Ήταν η τιμωρία μου και τη δέκτηκα με όση στωικότητα μπορούσα. 

Ξεκίνησε ως μέσο για έναν καλό σκοπό. Στο όνομα του Θεού του Ήλιου και της κυριαρχίας του πάνω στα κοπάδια της νύχτας που λυμαίνονταν τον κόσμο. 

Μα η ψυχή μου ήταν αδύναμη. Όχι! Εγώ ήμουν αδύναμη. 

Τις θηριωδίες που έπραξα ως παιδί της νύκτας. Τουλάχιστον στο τέλος κατάφερα να βρω τα κότσια να λογοδοτήσω για κάθετι. 

Τα μάτια μου τυφλώθηκαν, μα δεν τα απότρεψα. Το δέρμα μου άρχιζε να τσιτσιρίζει καθώς καιγόταν. Δεν αναζήτησα κάλυψη. 

Αγκάλιασα τον πόνο. Του ζήτησα να τρυπώσει βαθιά μέσα στις σκέψεις μου, στην ψυχή μου και να κάνει την τιμωρία μου παραδειγματική. 

Γονάτισα σαν να ετοιμαζόμουν για εξομολόγηση. Μα δεν ήμουν εγώ. Ήταν ο πόνος που λύγιζε το κορμί μου. Κι όμως χαμογελούσα. 

Και από τις καμμένες κόγχες των ματιών μου έτρεχαν δάκρυα χαράς. Ευγνωμοσύνης που με αναγνώρισε άξια της κρίσης του. 

Η δύναμή μου υποχώρησε. Εγκατέλειπα τη βδελυρή αθανασία που χάριζε η νεκροζωία. Και χαιρόμουν! 

Φωτιές με κατασπαράζανε και αφού ολοκλήρωναν το γεύμα τους, σκορπούσαν γύρω τις στάχτες μου ως υπολείμματα. 

Και τότε η διανόηση μου μεταφέρθηκε σε ένα άλλο επίπεδο ύπαρξης. Παντού γύρω μου απλωνόταν φως κι εγώ ήμουν μόλις ένα μικροσκοπικό κομμάτι αυτού. Σαν μέρος ενός συνόλου. Ενός μεγαλύτερου σχεδίου. 

"Αυτή είναι η πραγματική σου θέση!", άκουσα.Σε μία γλώσσα που μέχρι τότε αγνοούσα. 

Θα πονέσεις χιλιάδες φορές παραπάνω. Θα ματώσεις. Θα στερηθείς και αν τότε κριθείς άξια, θα επιστρέψεις εδώ, να απολαύσεις την αιώνια ζωή δίπλα μου. 

Και ξαναγεννήθηκα. Σαν παιδί της νύκτας που όμως δε φοβάται να αντικρύσει τον ήλιο κατάματα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1