Εισαγωγικό
Μυστήρια τα τερτίπια της μοίρας. Ακόμα και αν κάποτε βρεθείς στο ναδίρ και όλα τα εμπόδια φαντάζουν απροσπέλαστα, κάτι μαγικό μπορεί να συμβεί που να ανατρέψει όλα τα δεδομένα. Έχε πίστη…
Ήταν νωρίς το πρωί. Μόλις που γλυκοχάραζε. Στο βάθος του ορίζοντα γεννιόταν μία νέα ημέρα. Ακόμα όμως ο ουρανός πάνω από τα πλοία που έπλεαν μεσοπέλαγα, ήταν στολισμένος με χιλιάδες άστρα. Στα νοτιοδυτικά της πορείας τους, λίγα άσπρα σύννεφα είχαν ξεμείνει, υπολείμματα της καταιγίδας που είχε ταλαιπωρήσει το στόλο τις τελευταίες δύο μέρες. Ο παγωμένος πρωινός αέρας του πελάγους έλουζε τα πρόσωπα όσων βρίσκονταν πάνω στο κατάστρωμα των πλοίων, φυλώντας σκοπιά τις τελευταίες βραδινές ώρες. Εννέα πλοία αποτελούσαν το στόλο που συνέχιζε να πλέει βορειοδυτικά, χωρίς όμως ακόμα να εμφανίζεται στεριά ή προορισμός στον ορίζοντα. Ακόμα και αν βρίσκονταν στη θάλασσα για μέρες.
Ή μήπως ήταν εβδομάδες. Αυτό όμως έμοιαζε σωστό. Το ταξίδι δεν έπρεπε να τους καταβάλει σε καμία περίπτωση. Εξάλλου σημασία είχε η διαφύλαξη «του φορτίου» και η επίτευξη του στόχου. Τουλάχιστον αυτό πλανιόταν στο μυαλό του Φένθορ, καθώς βρισκόταν στην πλώρη ενός από τα πλοία αγναντεύοντας τον ορίζοντα. Αν μπορούσε κάποιος τη στιγμή εκείνη να τον κοιτάξει κατάματα, θα έβλεπε τα μάτια του να λάμπουν από πόθο για περιπέτεια κι επιθυμία να γνωρίσει τον κόσμο και να επιτύχει το ακατόρθωτο. Όμως τι ήταν αυτό το «φορτίο» και γιατί κανείς δεν το είχε δει ποτέ. Τελικά όντως ήταν τόσο σημαντικό ώστε να φυλάσσεται μακριά ακόμα και από τα μάτια αυτών που το υπεραμύνονταν; Το μόνο που γνώριζε ο ίδιος, ήταν πως αυτό που προστάτευαν βρισκόταν στα σπλάχνα του πλοίου που έπλεε λίγο πιο μπροστά, ανάμεσα στο δικό του και ένα άλλο πλοίο. Όλα ακολουθώντας τον ίδιο σκοπό. Τα τρία αυτά πλοία έπλεαν σε έναν σχηματισμό ανεστραμμένου V, ο οποίος πλαισιωνόταν από άλλα έξι πλοία ίδια σε σκαρί, πολεμικά, σε συμμετρική, περιμετρικά (κυκλική) διάταξη. Τα εξωτερικά πλοία απείχαν αρκετά από τα υπόλοιπα τρία ώστε να ελέγχουν περιμετρικά την ανοιχτή θάλασσα για τυχόν κινδύνους και παράλληλα να είναι σε θέση να οχυρώσουν εγκαίρως το «φορτίο». Το «φορτίο»· το «φορτίο»… Μα τι να ήταν αυτό άραγε· τριγυρνούσε ακόμα στο μυαλό του Φένθορ. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν το τεράστιο σύμβολο ενός κτίσματος, σε χρυσαφί χρώμα με μωβ φόντο, που έμοιαζε με πύργο ή ίσως ακόμα και κάστρο και στόλιζε το κεντρικό πανί του μεσαίου πλοίου. Το ίδιο σύμβολο βέβαια έφεραν και τα υπόλοιπα πλοία του στόλου, όμως μόνο ως φλάμπουρο που ανέμιζε στο κεντρικό κατάρτι τους, θυμίζοντας σε κάθε έναν που είχε συμπεριληφθεί στην αποστολή αυτή, την υποχρέωσή του.
Τις στιγμές αυτές σκέψης διέκοψε μία βροντερή και απότομη φωνή που ερχόταν από το βάθος του καταστρώματος του πλοίου όπου βρισκόταν ο Φένθορ. «Ναύτες» τέρμα η βάρδιά σας. Αυτό ακούστηκε σαν προσταγή. Ο Φένθορ σάστισε για λίγο, αλλά σύντομα επανήλθε στην πραγματικότητα. Αυτός που ακούστηκε ήταν σίγουρα ο αρχηγός του πλοίου, και σίγουρα ήταν η πιο εντυπωσιακή φιγούρα που είχε δει ποτέ ο Φένθορ. Ήταν η φιγούρα ενός άντρα γύρω στα τριάντα - πέντε με πράσινα μάτια, ίσια, πυκνά, μαύρα μαλλιά και λιγοστά γένια, στον οποίο η φύση είχε παντρέψει με εκπληκτικό τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ξωτικού, τα μυτερά αυτιά, τα αετίσια μάτια και τη χάρη, με τη σπιρτάδα και την αρρενωπότητα ενός ανθρώπου. Μερικά κουρέλια που έμοιαζαν με δέρμα από κάποιο τεράστιο ζώο, κάλυπταν το κορμί του, ενώ πίσω από τα κουρέλια ξεχώριζε μία πολύ ελαφριά δερματόδετη πανοπλία. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός, ούτε μπορούσε κάποιος να τον πει κοντό. Όμως συνδύαζε απίστευτη ρώμη με τρομερή δεξιοτεχνία. Επανειλημμένα τον είχαν δει να σκαρφαλώνει ψηλά στο κατάρτι με απίστευτη ευκολία, ακόμα και να διασχίζει τα ιστία ισορροπώντας πάνω σε μία λεπτή δοκό. Το όνομά του ήταν άγνωστο. Όλοι όμως τον φώναζαν Νταρτ, εξαιτίας ενός τεράστιου τόξου που κουβαλούσε πάντα στην πλάτη, αλλά και λόγω της ευκινησίας του. Κανείς ποτέ δεν είχε καταφέρει να του πάρει ούτε μία κουβέντα, εκτός και αν αφορούσε σε προσταγή ή κάποια δουλειά που έπρεπε να έρθει σε πέρας, ενώ όταν του απευθύνονταν, όλοι τον αποκαλούσαν «Κύριε». Παρόλα αυτά ο τρόπος που περπατούσε, που κοιτούσε ακόμα και που οσφραινόταν τον αέρα, ενέπνεε σε όλους σιγουριά κι εμπιστοσύνη. Ήταν ένας πραγματικός αρχηγός.
Εσύ, ανθρωπάκο· φώναξε σε έναν πολύ κοντό τυπάκο, που πραγματικά έμοιαζε με μισό άνθρωπο και ο οποίος στεκόταν τη στιγμή εκείνη κοντά στο αμπάρι του πλοίου, σάλπισε έγερση. Σχεδόν ταυτόχρονα ακούστηκε ο ίδιος ήχος και από τα παρακείμενα πλοία. Ήταν ένας βαρύς, πυκνός ήχος, που έβγαινε από ένα κέρας που έμοιαζε με ταύρου. Σύντομα τα καταστρώματα γεμίσανε με κάθε λογής πλάσματα. Νάνους, ξωτικά, ανθρώπους αλλά και άλλα πιο περίεργα. Άλλα μικροσκοπικά και άλλα που θα έφταναν σε ύψος μέχρι και τα δυόμισι μέτρα. Η μέρα ξεκινούσε.
Μιας και οι δραστηριότητες πάνω σε ένα πλοίο είναι πολύ περιορισμένες, κάθε αρχηγός φρόντιζε να διατηρεί το πλήρωμά του σε εγρήγορση, φορτώνοντάς το με κάθε είδους αγγαρείες. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό του πλοίου αλλά και συντήρηση του διαθεσίμου πολεμικού εξοπλισμού. Κάποιοι βέβαια, μερικές φορές στέκονταν τυχεροί αφού επιφορτίζονταν με την «αποστολή» της εύρεσης φαγητού. Κάτι που σήμαινε ψάρεμα. Και πραγματικά δεν υπήρχε πιο ευχάριστη ασχολία για να περάσει κάποιος την ώρα του. Τι καλύτερο από ένα δίχτυ ή ένα καλάμι κι έναν ρυθμό να σε συνοδεύει. Όμως ο Φένθορ για μία ακόμη φορά δεν είχε καταφέρει να σταθεί τυχερός. Η σημερινή του «αποστολή» τον είχε φέρει βαθιά στα σπάργανα του πλοίου, να επιμεληθεί τον καθαρισμό της τουαλέτας. Η διαδικασία περιελάμβανε απομάκρυνση του παλιού άχυρου και αντικατάσταση με καινούριο από την αποθήκη, αφού πιο μπροστά το μέρος θα είχε γυαλίσει από το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι δε βρισκόταν μόνος του σε αυτό το «ζωτικής» σημασίας καθήκον, αλλά είχε κι έναν φιλαράκο. Τον μικρούλη τύπο που λίγο νωρίτερα είχε σαλπίσει την έγερση. Ο τυπάκος λεγόταν Άλμπιον και στεκόταν ούτε ένα μέτρο πάνω από τη γη. Όμως τα ευγενικά χαρακτηριστικά του και η ζωντάνια του, δε σε άφηναν λεπτό να σκεφτείς κάτι άσχημο για το ανάστημά του. Ένα χαμόγελο στόλιζε διαρκώς το πρόσωπό του, ενώ τα αστεία του σε κρατούσαν συνέχεια μακριά από άσχημες σκέψεις. Είχε έναν «σχεδόν υπερφυσικό» τρόπο να μετατρέπει την κάθε περίσταση, ακόμα και αυτή την αγγαρεία, σε μία κωμική κατάσταση. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά τα προτερήματά του, είχε και την ευλογία να παίζει τον πιο υπέροχο αυλό που είχε ακούσει ποτέ αυτί θνητού. «Τουλάχιστον όσων θνητών βρίσκονταν στο πλοίο». Η μελωδία του γέμιζε όλους με αυτοπεποίθηση και κουράγιο και πολλές φορές τους κρατούσε παρέα στη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας.
Έτσι λοιπόν, με αστεία και άλλα πειράγματα, η ώρα στις τουαλέτες περνούσε σχεδόν ευχάριστα τη μέρα αυτή κι ενώ η «μάχη» πάνω στα κατάρτια για το γυάλισμα των πλοίων μαινόταν. Λίγο πριν το μεσημεράκι, κάθε είδους δουλειά, όφειλε να είχε ολοκληρωθεί, ώστε οι περισσότεροι να απολαύσουν το γεύμα, λίγο πριν την αλλαγή των σκοπών. Η ώρα του γεύματος, ίσως ήταν η πιο ευχάριστη στιγμή κατά τη διάρκεια της πλεύσης. Το κατάρτι γέμιζε αυτή τη φορά με χαμόγελα ανακούφισης και ηρεμία από την ολοκλήρωση κάθε αγγαρείας. Η ώρα του φαγητού ήταν ιερή, και τίποτα δε μπορούσε να τους τη χαλάσει. Όμως κάποια προβλήματα είχαν αρχίσει να διεισδύουν και σε αυτή την «ιερή στιγμή». Οι διαθέσιμες προμήθειες είχαν σχεδόν εκλείψει και το φαγητό γινόταν ολοένα πιο μονότονο και άγευστο. Τα παράπονα και η δυσφορία εντείνονταν, όμως κανείς δεν τολμούσε να τα μεταφέρει στον Νταρτ. Εξάλλου δεν ήταν ένα ταξιδάκι για διασκέδαση. Ο σκοπός του ταξιδιού βρισκόταν συνεχώς στο μυαλό καθενός και ίσως γι’ αυτό τα παράπονα δε φτάνανε ποτέ στα αυτιά του Νταρτ. Όμως εκείνο το μεσημέρι ήταν διαφορετικό. Η εκτεταμένη παραμονή στη θάλασσα χωρίς ίχνος στεριάς ολόγυρα, αλλά και οι άσχημες συνθήκες όπως η κακή ποιότητα του φαγητού και οι συνεχείς αγγαρείες, είχαν δημιουργήσει ένα πνεύμα απογοήτευσης σε πολλούς από τους «ναύτες». Στα διάφορα πηγαδάκια ακούγονταν φωνές που μόνο κακό μπορούσαν να προκαλέσουν στο «ταξίδι». Τέτοιο ήταν και το θέμα συζήτησης στην παρέα όπου βρισκόταν ο Φένθορ.
Την «ανεμελιά» του μεσημεριανού, διέκοψε η βραχνή φωνή ενός νάνου, του οποίου όσο μπόι του έλειπε, τόσα κότσια φαινόταν να είχε. Τον φώναζαν Μπέλεμ, ενώ πολλοί τον ήξεραν ως «τον νάνο που δεν αποχωρίζεται το τσεκούρι του ούτε στην τουαλέτα». Συχνά, οι πιο κοντινοί του φίλοι, του έστηναν καλοκάγαθες πλάκες, προσπαθώντας είτε να του κρύψουν το τσεκούρι του, είτε με διάφορους άλλους τρόπους να προκαλέσουν την υπομονή του. Όμως πάντα οι πλάκες αυτές κατέληγαν σε γέλια γοερά που στιγμιαία μεταδίδονταν σε ολόκληρο το πλοίο. Μουρμουρίζοντας, πλησίασε με γοργό αλλά αποφασιστικό βήμα τον Νταρτ. Άρχισε να του μιλάει σε έντονο ύφος για την κατάσταση. Πώς δηλαδή αυτός αλλά και άλλοι πολλοί είχαν κουραστεί από την εκτεταμένη παραμονή στη θάλασσα, αλλά και από τις συνεχείς αγγαρείες. Κατ’ επανάληψη τον ρωτούσε για τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού και πότε ακριβώς θα δένανε σε στεριά. Όλο το χρονικό μπορούσε να ακουστεί πεντακάθαρα, ίσως ακόμα και απ’ το διπλανό πλοίο. Οι δυνατές φωνές όμως του νάνου, έπνιγαν τα λόγια του και σύντομα δεν υπήρχε ανάσα στα πνευμόνια του για να συνεχίσει. Και όταν αυτός σταμάτησε, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του ήταν μονάχα ένα απαξιωτικό βλέμμα από τον Νταρτ.
Ο «Νταρτ» απομακρύνθηκε γυρίζοντας την πλάτη του στον αποκαμωμένο πλέον νάνο. «Περιφρόνηση;» Αυτό περίμενε; Όλοι πάνω στο πλοίο κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κάποιοι έσπευσαν να συνεχίσουν το φαγητό τους, προσπαθώντας να κρύψουν την αμηχανία τους. Όμως κανείς δεν είχε όρεξη για συζήτηση. Ο νάνος, αποσύρθηκε στο αμπάρι του πλοίου, ψελλίζοντας διάφορα στη γλώσσα του, ντροπιασμένος, σίγουρα από την πιο οδυνηρή, πιο ταπεινωτική «ήττα» της ζωής του. Ίσως ήταν λάθος αυτό που μόλις είχε γίνει, όμως για λίγες στιγμές ο νάνος αυτός είχε γίνει η φωνή ενός ολόκληρου πλοίου, ίσως ακόμα κι ενός ολόκληρου στόλου. Και πάλι όμως τίποτα δε φαινόταν πως θα άλλαζε.
Η ώρα του μεσημεριανού πέρασε και τη συνόδευσε ένα ζεστό και ήσυχο απόγευμα. Το απόγευμα πάνω στο πλοίο ήταν ώρα εκπαίδευσης. Κάθε ναύτης ζωνόταν τον εξοπλισμό του κι επιδιδόταν σε εικονική μάχη. Γητειές, βέλη που πετούσαν από τη μία μεριά του πλοίου στην άλλη, αλλά και κάθε είδους όπλα μάχης σώμα με σώμα, όπως σπαθιά, τεράστια σφυριά, τσεκούρια, συμμετείχαν όλα σε ένα τεράστιο πανηγύρι εξάσκησης αλλά κι επίδειξης ικανοτήτων. «Θανάσιμοι» αντίπαλοί των επίδοξων μαχητών, παρουσιάζονταν άλλοτε κούκλες εξάσκησης, άλλοτε πάλι δράκοι, γίγαντες και ότι άλλο μπορούσε να πλάσει η φαντασία τους και να το «φέρει» απέναντί τους. Τότε για λίγα λεπτά γίνονταν οι ήρωες ενός χωριού ή ακόμη και μίας ολόκληρης πόλης κι έβλεπαν ποτάμι από κόσμο να μαζεύεται για να τους υποδεχτεί ως θριαμβευτές, ως πρωταθλητές οι οποίοι με τη ρώμη τους και το κουράγιο τους κατάφερναν να κατατροπώσουν τα θηρία αυτά. Κάποιες φορές εύκολα, άλλες φορές γλυτώνοντας μόλις την τελευταία στιγμή. Και οι επιδοκιμασίες του πλήθους έπνιγαν κάθε άσχημο συναίσθημα και γίνονταν άνεμος δυνατός που φούσκωνε τα πανιά της περηφάνιας τους και τους έδινε δύναμη να συνεχίσουν το εξαντλητικό αυτό ταξίδι. Ωστόσο, κάποιες φορές υπήρχαν και ορισμένοι που δεν κατάφερναν να βγουν από αυτό το πεδίο της μάχης. Η σύγκρουσή τους ήταν επική, όμως ο αντίπαλος είτε με βρώμικα κόλπα, είτε λόγω ανωτερότητας δυνάμεων, κατάφερνε να τους υποτάξει, εγκαταλείποντας τους «νεκρούς». Όμως και τότε τα αγάλματα που στήνονταν προς τιμήν τους αλλά και τα τραγούδια – ύμνοι των βάρδων που τους συντρόφευαν, μεταφέροντας τα κατορθώματά τους στα πέρατα του κόσμου, ανατρέφοντας μικρούς επίδοξους ήρωες, αποτελούσαν εξίσου ανταμοιβή.
Κι ενώ το «ταξίδι» συνεχιζόταν, πάνω από τα πλοία εξελισσόταν η πιο παλιά μάχη από όλες. Μία μάχη χωρίς νικητές και ηττημένους, χωρίς απώλειες. Ωστόσο, ένας πόλεμος αιώνιος και αδιάκοπος. Ένας πόλεμος κυριαρχίας ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Ένα αέναο κυνηγητό ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι. Και αυτή τη φορά ήταν η σειρά του φεγγαριού να επικρατήσει. Στον ορίζοντα, ήδη είχε αρχίσει να απλώνεται έντονα το σκούρο πέπλο της νύχτας, καθώς ο ήλιος χανόταν «κάτω» από τον απέραντο ωκεανό. Μικρά φανάρια άρχισαν να στολίζουν τα κατάρτια όλων των πλοίων του στόλου και οι παρέες λιγόστεψαν. Έγιναν πιο μικρές, καθώς οι περισσότεροι ξέκλεβαν λίγες ώρες ξεκούρασης πριν τη βραδινή σκοπιά. Όμως η νύχτα στον ωκεανό ήταν πανέμορφη και απόψε το φεγγάρι ήταν δυνατό και η θάλασσα ήσυχη.
Τα πλοία από μακριά έμοιαζαν σταματημένα καραβάνια πάνω στον απέραντο ωκεανό. Το φεγγάρι έντυνε με το φως του τις απέραντες θαλάσσιες πεδιάδες που εκτείνονταν σε μέρη ίσως και πέρα από την λογική. Αγναντεύοντας το πανέμορφο αυτό τοπίο κανείς, ξεχείλιζε από την ανάγκη να τρέξει πάνω στις ατέλειωτες αυτές πεδιάδες με όλη του τη δύναμη, παρά την κούραση της ημέρας, κυνηγώντας το φεγγάρι μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Έπειτα, εξαντλημένος να ξαπλώσει πάνω στο υδάτινο αυτό χαλί και να αποκοιμηθεί κάτω από έναν ουρανό ντυμένο με χιλιάδες χιλιάδες άστρα.
Σύντομα ένας απαλός αλλά πολύ μελωδικός ήχος απλώθηκε και τύλιξε τα πλοία στις νότες του. Έβγαινε από τον αυλό του Άλμπιον, του κοντούλη χωρατατζή, ο οποίος μη μπορώντας να αντισταθεί στη μαγεία της νύχτας είχε μείνει άγρυπνος, σε μία γωνιά του καταρτιού, γητεύοντας με το τραγούδι του, κάθε πλάσμα το οποίο τύγχανε άγρυπνο εκείνη την ώρα. Η μελωδία του, στο λεπτό σε ταξίδευε σε μέρη ακόμα πιο μακρινά. Σε μέρη που μόνο θεοί μπορούσαν να είχαν ταξιδέψει. Και το τοπίο έγινε ακόμα πιο μαγικό. Όμως υπήρχε στις νότες της και μία δόση νοσταλγίας. Κάτι το οποίο πλανιόταν στο μυαλό όλων. Κάτι το οποίο όλοι είχαν αφήσει πίσω τους αναλαμβάνοντας αυτή την αποστολή και που πλέον ήταν αργά για να μετανιώσουν.
Η νύχτα κύλησε και αυτή ήσυχα και τη συνόδευσε ένα δροσερό πρωινό. Κατά την έγερση τηρήθηκε η συνηθισμένη αναφορά, όπου κάθε πλάσμα εν υπηρεσία το προηγούμενο βράδυ, επιβεβαίωσε τη γαλήνια νύχτα που μόλις είχε ολοκληρωθεί. Σειρά πήραν οι αγγαρείες. Η ώρα του μεσημεριανού. Η ατμόσφαιρα όμως φαινόταν διαφορετική. «Ή μήπως έτσι πίστευαν οι περισσότεροι;» Κάποιοι έδειχναν να τους έχει επηρεάσει έντονα το περιστατικό που είχε λάβει χώρα το προηγούμενο μεσημέρι.. Μερικές συντροφιές παρέμειναν σιωπηλές. Ο Μπέλεμ δεν έκατσε με την παρέα του εκείνο το μεσημέρι. Έμεινε στο αμπάρι. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, πολλά βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του. Γεγονός που ίσως να τον είχε ενοχλήσει περισσότερο και από το τελευταίο συμβάν. Εύκολα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί κοιτώντας τον, πως ο νάνος ήταν διαφορετικός. Ταλανιζόμενος από σκέψεις. Όμως ήταν δυνατός και θα το ξεπερνούσε. Άλλωστε ήταν νάνος, που σημαίνει σκληροτράχηλος, αναθρεμμένος σε κακουχίες και αντιξοότητες, παρά το νεαρό της ηλικίας του.
Το απόγευμα και η νύχτα ακολούθησαν τη λογική τάξη των πραγμάτων. Η βραδινή αναφορά, μοίρασε τις νυχτερινές υπηρεσίες και όλα τα πλάσματα αποχώρησαν για να ξεκουραστούν. Ο Φένθορ καθώς κατευθυνόταν προς το αμπάρι, πρόλαβε να προσπεράσει τον Μπέλεμ και να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη. Δεν υπήρχαν διαμάχες πάνω στο πλοίο. Εξάλλου όλα τα πλάσματα (πλην των αρχηγών των πλοίων) ήταν νεαρά σε ηλικία, γεγονός που έκανε πιο εύκολη την παρέα μεταξύ τους. Το βράδυ και αυτό δροσερό. Το φεγγάρι, είχε αρχίσει από μέρες να αδειάζει. Το σκηνικό διατηρούσε όμως ακόμα τη μαγευτική ομορφιά της προηγούμενης νύχτας. Ξημέρωμα.
Ήταν ακόμη μία μέρα πάνω στο πλοίο. Το σάλπισμα της έγερσης, κάλεσε για μία ακόμη φορά όλα τα πλάσματα στις καθιερωμένες, ημερήσιες υποχρεώσεις τους. Η πρωινή αναφορά εντούτοις επεφύλασσε εκπλήξεις. Ο θαρραλέος νάνος, που μόλις 2 μέρες πριν είχε τολμήσει να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στον Νταρτ, είχε γίνει άφαντος. Οι πιο κοντινοί του φίλοι, ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια της νύκτας, η «κουκέτα» του ήταν άδεια. Αρκετά βολικά, η βάρδια του είχε τελειώσει αργά το προηγούμενο βράδυ, όπου τα περισσότερα πλάσματα είχαν αποκοιμηθεί. Η αλλαγή της σκοπιάς ωστόσο, είχε τελεστεί με κάθε τυπικότητα. Ένας άλλος νάνος, ανέφερε ότι τον είχε δει να τριγυρνά ανήσυχα στο αμπάρι λίγες στιγμές μετά τη βάρδια του. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είχε αντικρίσει. Κανείς σκοπός δεν ανέφερε την παραμικρή αναστάτωση, ενώ παράλληλα κανείς δεν τον είχε δει στο κατάστρωμα μετά το πέρας της υπηρεσίας του. Μυστηριωδώς, κάθε αντικείμενο που ανήκε στο βραχύσωμο νάνο, φαινόταν να είχε την ίδια ακριβώς μοίρα. Όλα έμοιαζαν πολύ περίεργα. Σίγουρα δε θα μπορούσε να είχε εγκαταλείψει το πλοίο στη μέση του πελάγους. Κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με σίγουρο θάνατο. Εξάλλου, οι νάνοι ποτέ δε φημίζονταν για τη σχέση τους με το νερό (καν με το μπάνιο, πόσο δε μάλλον με το κολύμπι). Ένα ακόμα μέλος της παρέας του νάνου, θυμήθηκε την τελευταία συζήτησή τους μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, το προηγούμενο απόγευμα. Περιέγραψε το φίλο του αποκαρδιωμένο και φοβισμένο. Ένα συναίσθημα σχεδόν άγνωστο στους περήφανους νάνους. Ανέφερε, πως ποτέ δεν τον είχε ξανακούσει έτσι. Μιλούσε με φόβο για τη ζωή του, σαν να ήξερε πως κάτι θα γινόταν το βράδυ εκείνο. Άραγε σύμπτωση ή κάτι γνώριζε; Και πάλι όμως, ποιος θα μπορούσε να ήθελε να του κάνει κακό. Ειδικά σε έναν τόσο μικρό χώρο. Εκτός και αν…
Ο Νταρτ δε φάνηκε να συγκινείται από την αναφορά. Πως είναι ποτέ δυνατό ένα τέτοιο περιστατικό να μην προκαλέσει την έκπληξη του; Όλοι διατάχθηκαν να συνεχίσουν τις υποχρεώσεις τους, παραβλέποντας το γεγονός. Ένας νάνος από την παρέα του Μπέλεμ εγκατέλειψε την αγγαρεία που του είχε ανατεθεί, προς αναζήτηση στοιχείων για την τύχη του φίλου του. Κάποια από τα υπόλοιπα πλάσματα, προσπάθησαν να τον καλύψουν, αναλαμβάνοντας μέρος της υποχρέωσης του νάνου αυτού. Ο Νταρτ ήξερε τι γινόταν. Τίποτα δεν περνούσε απαρατήρητο από την αετίσια ματιά του. Ήσυχος, δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται.
Ο δροσερός αέρας που έσπρωχνε τα πλοία προς την κατεύθυνσή τους, ζέσταινε την «παγωμένη» ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού. Η «μυστική» έρευνα, για την ώρα δεν είχε ευοδώσει. Περιέργως, το γεγονός αυτό δεν προκαλούσε έκπληξη. Συνωμοτικές θεωρίες άρχισαν να γεννιούνται. Πρώτος στόχος ήταν ο Νταρτ. Διαίρει και βασίλευε, έλεγε μία σοφή ρήση. Ίσως ήταν ένας τρόπος παραδειγματισμού. Δε θα ήταν δύσκολο για κάποιον με τις ικανότητες εκείνου. Σίγουρα δε θα χρειαζόταν καν βοήθεια.
Ήταν και πάλι αυτοί οι δύο γιγαντόμορφοι. Απόγονοι των απεχθέστατων, για τους νάνους (αλλά και το σύνολο των πλασμάτων), Ορκς που όμως στις φλέβες τους έτρεχε και αίμα ανθρώπων. Τραγικές σίγουρα ιστορίες πλιάτσικου, που είχαν δώσει αίμα και σάρκα στα πλάσματα αυτά. Απόκληροι από το σύνολο των κοινωνιών. Πάντα κοιτούσαν πονηρά την παρέα των νάνων. Ένιωθαν να απειλούνται. Τι και αν όλα τα πλάσματα, τους είχαν καλωσορίσει ζεστά. Τι και αν προσπαθούσαν οι ίδιοι να μην προκαλούν. Οι νάνοι «γνώριζαν» καλά τη μοχθηρή φύση των πλασμάτων εκείνων. Εντελώς συμπτωματικά εξάλλου, είχαν και οι δύο υπηρεσία, μαζί με τον Μπέλεμ, το προηγούμενο βράδυ. Και τώρα έπρεπε να τους προσέχουν. Να επαγρυπνούν.
Οι φήμες, διαδόθηκαν σαν αστραπή και άμεσα βρήκαν υποστηρικτές. Κάποια πλάσματα θυμήθηκαν πολύ βαριές πατημασιές, αργά κατά τη διάρκεια της περασμένης νύχτας, που δε θα μπορούσε να έχει κάνει κανένας από μόνος του, εκτός και αν κουβαλούσε κάτι βαρύ. Μία μικροκαμωμένη δεσποινίδα, που δεν έμοιαζε να προέρχεται από τη φυλή του Άλμπιον, ανέφερε τον έντονο παφλασμό των κυμάτων στιγμιαία κατά τη διάρκεια της νύχτας, σαν κάτι μεγάλο να χτυπούσε με δύναμη στην επιφάνεια της θάλασσας, πέφτοντας από ψηλά. Το «δικαστήριο» ήταν σχεδόν έτοιμο να λάβει την απόφασή του. Το μόνο που θα έμενε τότε ήταν η τιμωρία των ενόχων. Όμως, έπρεπε να περιμένουν λίγο ακόμα. Έπρεπε να είναι σίγουροι.
Το απόγευμα ήταν μουδιασμένο. Δεν είχε επικές μάχες. Δεν αναδείχθηκαν υπέρμαχοι. Οι ζητωκραυγές κώπασαν. Οι βάρδοι σίγησαν. Κανένα έπος δε γράφτηκε εκείνο το απόγευμα. Η νύχτα «άργησε» να διαδεχθεί εκείνη τη μέρα. Φόβος και καχυποψία γέμισαν τα μυαλά πολλών. Η νύχτα πλησίαζε και απόψε πολλοί θα έχαναν τον ύπνο τους. Ο σκοπός του ταξιδιού, φαινόταν πλέον να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα.
Η νύχτα κύλησε ως αναμενόταν. Λίγα πλάσματα έκλεισαν τα μάτια τους και αφέθηκαν εκείνο το βράδυ. Το ανεξήγητο περιστατικό, είχε τρομοκρατήσει σχεδόν τους πάντες. Οι περισσότεροι προσποιούμενοι ότι κοιμόντουσαν, γύρναγαν στο παραμικρό τρίξιμο, έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν το δολοφόνο. Οι 2 γιγαντόμορφοι, κατέλυσαν σε μία γωνιά, κάτω από τη σκάλα που βρισκόταν πάνω στο κεντρικό κατάστρωμα του πλοίου και οδηγούσε στην πρύμνη. Σχεδόν κανείς δεν τους ήθελε κοντά του.
Το ξημέρωμα ήρθε αργά και βασανιστικά. Τα περισσότερα μάτια ήταν κόκκινα. Πρησμένα από την αϋπνία. Ακόμα και έτσι όμως, μπορούσε κανείς να διακρίνει τα συναισθήματα που κρύβανε. Φόβος, μίσος, διχόνοια, είχαν φωλιάσει στο μυαλό των περισσοτέρων. Μερικά πλάσματα προσπαθούσαν να μείνουν αμέτοχα. Ο μικρούλης Άλμπιον συνέχιζε τα αστεία και τα πειράγματα. Η έκρυθμη κατάσταση δεν ήταν προς όφελος κανενός. Ωστόσο, κανείς δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται για ένα καλό αστείο τέτοιες ώρες. Η διαμάχη δε θα αργούσε να ξεσπάσει.
Ο καυτός ήλιος, είχε δείξει από νωρίς τις διαθέσεις του εκείνη την ημέρα. Στο κατάστρωμα θα βρίσκονταν περίπου 20 με 30 πλάσματα. Ανάμεσά τους, ένας γιγαντόμορφος, η παρέα των νάνων, ο μικρούλης Άλμπιον και ο Φένθορ. Ήταν η ώρα που τα περισσότερα πλάσματα εκτελούσαν τις πρωινές αγγαρείες. Μία έντονη αναταραχή προς το μέρος του κεντρικού καταρτιού, τράβηξε την προσοχή του Φένθορ, ο οποίος βρισκόταν κατά την ώρα εκείνη στην πρύμνη, εκτελώντας την αγγαρεία που του είχε ανατεθεί. Με ένα άλμα, βρέθηκε αμέσως στο μεσαίο κατάρτι και με ταχύτητα κινήθηκε προς το μέρος όπου ήταν συγκεντρωμένα όλα τα πλάσματα.
«Σου είπα να τα μαζέψεις, γιε σκύλας. Καταραμένε δαίμονα». Ο Φένθορ, χάρη στο ύψος του μπορούσε να ξεχωρίσει στο κέντρο του σημείου όπου ήταν συγκεντρωμένα τα πλάσματα, έναν πορφυρογένη νάνο από την παρέα του Μπέλεμ, να φωνάζει σε έναν από τους 2 γιγαντόμορφους. Ήταν άραγε η ώρα της σύρραξης; Η κίνηση ενός κουβά που ήταν ξαπλωμένος κοντά στα πόδια των δύο εκείνων πλασμάτων και ακολουθούσε το ρυθμό που έδινε η θάλασσα στο πλοίο, καθώς αυτό την έσχιζε στα δυο, τράβηξε για λίγο το βλέμμα του Φένθορ. «Ωραία αφορμή», σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι του. Ο νάνος, συνέχιζε να εκτοξεύει βρισιές και απειλές προς τον γιγαντόμορφο. Όμως το θάρρος του μονάχα, δεν ήταν αρκετό. Όλοι ήξεραν ότι δεν ήταν εύκολο να κάμψεις την υπεράνθρωπη δύναμη του πλάσματος αυτού, κληρονομιά των προγόνων του. Ωστόσο, ο νάνος δεν ήταν μόνος του. Έδειχνε να έχει την υποστήριξη και των υπολοίπων πλασμάτων που είχαν συγκεντρωθεί, τα οποία με μανία φώναζαν προς το μέρος του δεύτερου. Εκείνο στεκόταν ακίνητο. Η κίνηση των ματιών του, μαρτυρούσε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Ο Φένθορ, προσπάθησε να πλησιάσει προς το μέρος που στέκονταν οι δύο αντιμαχόμενοι. Κάποιος έπρεπε να τους σταματήσει, προτού η κατάσταση ξέφευγε από κάθε έλεγχο. Τη στιγμή εκείνη όμως, η μικρή που είχε ακούσει τους περίεργους ήχους το βράδυ της εξαφάνισης του Μπέλεμ (και οι οποίοι μαρτυρούσαν την τύχη εκείνου), πήδηξε από το πουθενά στην πλάτη του γιγαντόμορφου.
Εκείνος, ξαφνιασμένος έκανε ένα – δύο βήματα προς τα πίσω, μέχρι που η πλάτη του χτύπησε πάνω στο τοίχωμα του πλοίου που χώριζε το κεντρικό κατάστρωμα από την πλώρη. Η μικρή φάνηκε να ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του, την ώρα που ο νάνος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του. Το δυνατό φως του ήλιου, αντανακλάστηκε πάνω σε κάτι μεταλλικό, που μόλις είχε ξεχωρίσει μέσα από την παλάμη της.
Στιγμιαία, δύο βέλη πέταξαν από ψηλά και καρφώθηκαν πάνω στο σκληρό ξύλο του καραβιού, ανάμεσα στα πόδια του νάνου που ξεκίνησε τη φασαρία και του γιγαντόμορφου. Όλοι παγωμένοι έστρεψαν το βλέμμα τους προς την κατεύθυνση από την οποία φάνηκαν να έρχονται τα βέλη. Την ίδια στιγμή «προσγειώθηκε» ανάμεσα στον όχλο ο Νταρτ. Οι εχθροπραξίες είχαν κοπάσει στη θέαση των βελών. Όλοι παρέμειναν ακίνητοι. Ούτε ανάσα δε δραπέτευε από τα ερμητικά κλειστά στόματα του πληρώματος. Όποια και αν ήταν πλέον η αλήθεια, η βούληση του Νταρτ είχε επιβληθεί και η τάξη πάνω στο πλοίο επανερχόταν.
«Φοβήθηκα ότι θα ξεσπούσε μάχη», απάντησε ο μικρούλης Άλμπιον στον Φένθορ, καθώς αυτός έπαιρνε θέση δίπλα του.
«Και τι έκανες γι’ αυτό;» ρώτησε ο Φένθορ περιπαικτικά.
«Τον έξυπνο», αποκρίθηκε με φυσικότητα.
.
Παρά τη ζεστή μέρα που είχε προηγηθεί, η θερμοκρασία το βράδυ, έπεσε πολύ. Τα υψηλά επίπεδα υγρασίας, καθώς και η τεράστια μεταβολή της θερμοκρασίας, είχαν δημιουργήσει ένα παχύ προπέτασμα ομίχλης το επόμενο ξημέρωμα. Με δυσκολία μπορούσε κανείς να διακρίνει κάποιο από τα παρακείμενα πλοία.
Ξαφνικά μία έντονη κινητικότητα και κάποιες φωνές που προέρχονταν από το διπλανό καράβι, το οποίο επίσης συνόδευε από κοντά το κεντρικό πλοίο, τράβηξαν την προσοχή των σκοπών. Ο Άλμπιον διέκοψε απότομα το τραγούδι του και σηκώθηκε να δει τη προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση. Στο φως του φεγγαριού, ξεχώριζε το πλήρωμα του πλοίου συγκεντρωμένο στην αριστερή πλευρά του καραβιού να κοιτάζει κάτω προς τη θάλασσα. «Νόβακ, τι συμβαίνει», ακούστηκε για πρώτη φορά ανήσυχη η φωνή του «Νταρτ», ο οποίος σχεδόν κρεμασμένος από το πλαΐνο μέρος του καραβιού, έδειχνε σα να προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Από το απέναντι πλοίο ήρθε η απάντηση από μία γιγαντόσωμη φιγούρα, η οποία έδειχνε να δίνει τις διαταγές.
-Κάτι χτύπησε το πλοίο μας από κάτω.
-Ξέρα σε τέτοιο μέρος; Μονολόγησε με στοχασμό ο «Νταρτ». Σκοπέ σήμανε συναγερμό γρήγορα, φώναξε με έκδηλη ανησυχία.
Ξαφνικά κάτι λόγια αντήχησαν μέσα στον πανικό και τη φασαρία και ένα φως δυνατό σα πυρσός ξεπρόβαλε πάνω στο απέναντι κατάρτι. Οι φιγούρες έγιναν πιο έντονες. Την αναταραχή έπνιξαν τα σαλπίσματα του συναγερμού και από τα υπόλοιπα πλοία όπου πλέον όλα τα πλάσματα βρίσκονταν πάνω τους συγκεντρωμένα. Όλοι απορημένοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Και η πληροφορία διαδόθηκε γρήγορα ότι κάτι περίεργο είχε συμβεί στο διπλανό πλοίο. Ο Φένθορ δεν άντεξε να κρατήσει τη γραμμή στην οποία είχαν παραταχθεί και έτρεξε στο πλάι του πλοίου φωνάζοντας: Λεθόρια, Λεθόρια είσαι καλά; Δε μπορούσε να σκεφτεί ότι κάτι κακό είχε τύχει στη μικρή ξωτικιά. Ο «Νταρτ» διέταξε να παραταχθούν σε τριάδες ώστε να μοιράσει τις σκοπιές ανάλογα...
Μυστήρια τα τερτίπια της μοίρας. Ακόμα και αν κάποτε βρεθείς στο ναδίρ και όλα τα εμπόδια φαντάζουν απροσπέλαστα, κάτι μαγικό μπορεί να συμβεί που να ανατρέψει όλα τα δεδομένα. Έχε πίστη…
Ήταν νωρίς το πρωί. Μόλις που γλυκοχάραζε. Στο βάθος του ορίζοντα γεννιόταν μία νέα ημέρα. Ακόμα όμως ο ουρανός πάνω από τα πλοία που έπλεαν μεσοπέλαγα, ήταν στολισμένος με χιλιάδες άστρα. Στα νοτιοδυτικά της πορείας τους, λίγα άσπρα σύννεφα είχαν ξεμείνει, υπολείμματα της καταιγίδας που είχε ταλαιπωρήσει το στόλο τις τελευταίες δύο μέρες. Ο παγωμένος πρωινός αέρας του πελάγους έλουζε τα πρόσωπα όσων βρίσκονταν πάνω στο κατάστρωμα των πλοίων, φυλώντας σκοπιά τις τελευταίες βραδινές ώρες. Εννέα πλοία αποτελούσαν το στόλο που συνέχιζε να πλέει βορειοδυτικά, χωρίς όμως ακόμα να εμφανίζεται στεριά ή προορισμός στον ορίζοντα. Ακόμα και αν βρίσκονταν στη θάλασσα για μέρες.
Ή μήπως ήταν εβδομάδες. Αυτό όμως έμοιαζε σωστό. Το ταξίδι δεν έπρεπε να τους καταβάλει σε καμία περίπτωση. Εξάλλου σημασία είχε η διαφύλαξη «του φορτίου» και η επίτευξη του στόχου. Τουλάχιστον αυτό πλανιόταν στο μυαλό του Φένθορ, καθώς βρισκόταν στην πλώρη ενός από τα πλοία αγναντεύοντας τον ορίζοντα. Αν μπορούσε κάποιος τη στιγμή εκείνη να τον κοιτάξει κατάματα, θα έβλεπε τα μάτια του να λάμπουν από πόθο για περιπέτεια κι επιθυμία να γνωρίσει τον κόσμο και να επιτύχει το ακατόρθωτο. Όμως τι ήταν αυτό το «φορτίο» και γιατί κανείς δεν το είχε δει ποτέ. Τελικά όντως ήταν τόσο σημαντικό ώστε να φυλάσσεται μακριά ακόμα και από τα μάτια αυτών που το υπεραμύνονταν; Το μόνο που γνώριζε ο ίδιος, ήταν πως αυτό που προστάτευαν βρισκόταν στα σπλάχνα του πλοίου που έπλεε λίγο πιο μπροστά, ανάμεσα στο δικό του και ένα άλλο πλοίο. Όλα ακολουθώντας τον ίδιο σκοπό. Τα τρία αυτά πλοία έπλεαν σε έναν σχηματισμό ανεστραμμένου V, ο οποίος πλαισιωνόταν από άλλα έξι πλοία ίδια σε σκαρί, πολεμικά, σε συμμετρική, περιμετρικά (κυκλική) διάταξη. Τα εξωτερικά πλοία απείχαν αρκετά από τα υπόλοιπα τρία ώστε να ελέγχουν περιμετρικά την ανοιχτή θάλασσα για τυχόν κινδύνους και παράλληλα να είναι σε θέση να οχυρώσουν εγκαίρως το «φορτίο». Το «φορτίο»· το «φορτίο»… Μα τι να ήταν αυτό άραγε· τριγυρνούσε ακόμα στο μυαλό του Φένθορ. Το μόνο που ξεχώριζε ήταν το τεράστιο σύμβολο ενός κτίσματος, σε χρυσαφί χρώμα με μωβ φόντο, που έμοιαζε με πύργο ή ίσως ακόμα και κάστρο και στόλιζε το κεντρικό πανί του μεσαίου πλοίου. Το ίδιο σύμβολο βέβαια έφεραν και τα υπόλοιπα πλοία του στόλου, όμως μόνο ως φλάμπουρο που ανέμιζε στο κεντρικό κατάρτι τους, θυμίζοντας σε κάθε έναν που είχε συμπεριληφθεί στην αποστολή αυτή, την υποχρέωσή του.
Τις στιγμές αυτές σκέψης διέκοψε μία βροντερή και απότομη φωνή που ερχόταν από το βάθος του καταστρώματος του πλοίου όπου βρισκόταν ο Φένθορ. «Ναύτες» τέρμα η βάρδιά σας. Αυτό ακούστηκε σαν προσταγή. Ο Φένθορ σάστισε για λίγο, αλλά σύντομα επανήλθε στην πραγματικότητα. Αυτός που ακούστηκε ήταν σίγουρα ο αρχηγός του πλοίου, και σίγουρα ήταν η πιο εντυπωσιακή φιγούρα που είχε δει ποτέ ο Φένθορ. Ήταν η φιγούρα ενός άντρα γύρω στα τριάντα - πέντε με πράσινα μάτια, ίσια, πυκνά, μαύρα μαλλιά και λιγοστά γένια, στον οποίο η φύση είχε παντρέψει με εκπληκτικό τρόπο τα χαρακτηριστικά ενός ξωτικού, τα μυτερά αυτιά, τα αετίσια μάτια και τη χάρη, με τη σπιρτάδα και την αρρενωπότητα ενός ανθρώπου. Μερικά κουρέλια που έμοιαζαν με δέρμα από κάποιο τεράστιο ζώο, κάλυπταν το κορμί του, ενώ πίσω από τα κουρέλια ξεχώριζε μία πολύ ελαφριά δερματόδετη πανοπλία. Δεν ήταν ιδιαίτερα ψηλός, ούτε μπορούσε κάποιος να τον πει κοντό. Όμως συνδύαζε απίστευτη ρώμη με τρομερή δεξιοτεχνία. Επανειλημμένα τον είχαν δει να σκαρφαλώνει ψηλά στο κατάρτι με απίστευτη ευκολία, ακόμα και να διασχίζει τα ιστία ισορροπώντας πάνω σε μία λεπτή δοκό. Το όνομά του ήταν άγνωστο. Όλοι όμως τον φώναζαν Νταρτ, εξαιτίας ενός τεράστιου τόξου που κουβαλούσε πάντα στην πλάτη, αλλά και λόγω της ευκινησίας του. Κανείς ποτέ δεν είχε καταφέρει να του πάρει ούτε μία κουβέντα, εκτός και αν αφορούσε σε προσταγή ή κάποια δουλειά που έπρεπε να έρθει σε πέρας, ενώ όταν του απευθύνονταν, όλοι τον αποκαλούσαν «Κύριε». Παρόλα αυτά ο τρόπος που περπατούσε, που κοιτούσε ακόμα και που οσφραινόταν τον αέρα, ενέπνεε σε όλους σιγουριά κι εμπιστοσύνη. Ήταν ένας πραγματικός αρχηγός.
Εσύ, ανθρωπάκο· φώναξε σε έναν πολύ κοντό τυπάκο, που πραγματικά έμοιαζε με μισό άνθρωπο και ο οποίος στεκόταν τη στιγμή εκείνη κοντά στο αμπάρι του πλοίου, σάλπισε έγερση. Σχεδόν ταυτόχρονα ακούστηκε ο ίδιος ήχος και από τα παρακείμενα πλοία. Ήταν ένας βαρύς, πυκνός ήχος, που έβγαινε από ένα κέρας που έμοιαζε με ταύρου. Σύντομα τα καταστρώματα γεμίσανε με κάθε λογής πλάσματα. Νάνους, ξωτικά, ανθρώπους αλλά και άλλα πιο περίεργα. Άλλα μικροσκοπικά και άλλα που θα έφταναν σε ύψος μέχρι και τα δυόμισι μέτρα. Η μέρα ξεκινούσε.
Μιας και οι δραστηριότητες πάνω σε ένα πλοίο είναι πολύ περιορισμένες, κάθε αρχηγός φρόντιζε να διατηρεί το πλήρωμά του σε εγρήγορση, φορτώνοντάς το με κάθε είδους αγγαρείες. Σκούπισμα, σφουγγάρισμα τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό του πλοίου αλλά και συντήρηση του διαθεσίμου πολεμικού εξοπλισμού. Κάποιοι βέβαια, μερικές φορές στέκονταν τυχεροί αφού επιφορτίζονταν με την «αποστολή» της εύρεσης φαγητού. Κάτι που σήμαινε ψάρεμα. Και πραγματικά δεν υπήρχε πιο ευχάριστη ασχολία για να περάσει κάποιος την ώρα του. Τι καλύτερο από ένα δίχτυ ή ένα καλάμι κι έναν ρυθμό να σε συνοδεύει. Όμως ο Φένθορ για μία ακόμη φορά δεν είχε καταφέρει να σταθεί τυχερός. Η σημερινή του «αποστολή» τον είχε φέρει βαθιά στα σπάργανα του πλοίου, να επιμεληθεί τον καθαρισμό της τουαλέτας. Η διαδικασία περιελάμβανε απομάκρυνση του παλιού άχυρου και αντικατάσταση με καινούριο από την αποθήκη, αφού πιο μπροστά το μέρος θα είχε γυαλίσει από το σκούπισμα και το σφουγγάρισμα. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι δε βρισκόταν μόνος του σε αυτό το «ζωτικής» σημασίας καθήκον, αλλά είχε κι έναν φιλαράκο. Τον μικρούλη τύπο που λίγο νωρίτερα είχε σαλπίσει την έγερση. Ο τυπάκος λεγόταν Άλμπιον και στεκόταν ούτε ένα μέτρο πάνω από τη γη. Όμως τα ευγενικά χαρακτηριστικά του και η ζωντάνια του, δε σε άφηναν λεπτό να σκεφτείς κάτι άσχημο για το ανάστημά του. Ένα χαμόγελο στόλιζε διαρκώς το πρόσωπό του, ενώ τα αστεία του σε κρατούσαν συνέχεια μακριά από άσχημες σκέψεις. Είχε έναν «σχεδόν υπερφυσικό» τρόπο να μετατρέπει την κάθε περίσταση, ακόμα και αυτή την αγγαρεία, σε μία κωμική κατάσταση. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά τα προτερήματά του, είχε και την ευλογία να παίζει τον πιο υπέροχο αυλό που είχε ακούσει ποτέ αυτί θνητού. «Τουλάχιστον όσων θνητών βρίσκονταν στο πλοίο». Η μελωδία του γέμιζε όλους με αυτοπεποίθηση και κουράγιο και πολλές φορές τους κρατούσε παρέα στη μεγαλύτερη διάρκεια της ημέρας.
Έτσι λοιπόν, με αστεία και άλλα πειράγματα, η ώρα στις τουαλέτες περνούσε σχεδόν ευχάριστα τη μέρα αυτή κι ενώ η «μάχη» πάνω στα κατάρτια για το γυάλισμα των πλοίων μαινόταν. Λίγο πριν το μεσημεράκι, κάθε είδους δουλειά, όφειλε να είχε ολοκληρωθεί, ώστε οι περισσότεροι να απολαύσουν το γεύμα, λίγο πριν την αλλαγή των σκοπών. Η ώρα του γεύματος, ίσως ήταν η πιο ευχάριστη στιγμή κατά τη διάρκεια της πλεύσης. Το κατάρτι γέμιζε αυτή τη φορά με χαμόγελα ανακούφισης και ηρεμία από την ολοκλήρωση κάθε αγγαρείας. Η ώρα του φαγητού ήταν ιερή, και τίποτα δε μπορούσε να τους τη χαλάσει. Όμως κάποια προβλήματα είχαν αρχίσει να διεισδύουν και σε αυτή την «ιερή στιγμή». Οι διαθέσιμες προμήθειες είχαν σχεδόν εκλείψει και το φαγητό γινόταν ολοένα πιο μονότονο και άγευστο. Τα παράπονα και η δυσφορία εντείνονταν, όμως κανείς δεν τολμούσε να τα μεταφέρει στον Νταρτ. Εξάλλου δεν ήταν ένα ταξιδάκι για διασκέδαση. Ο σκοπός του ταξιδιού βρισκόταν συνεχώς στο μυαλό καθενός και ίσως γι’ αυτό τα παράπονα δε φτάνανε ποτέ στα αυτιά του Νταρτ. Όμως εκείνο το μεσημέρι ήταν διαφορετικό. Η εκτεταμένη παραμονή στη θάλασσα χωρίς ίχνος στεριάς ολόγυρα, αλλά και οι άσχημες συνθήκες όπως η κακή ποιότητα του φαγητού και οι συνεχείς αγγαρείες, είχαν δημιουργήσει ένα πνεύμα απογοήτευσης σε πολλούς από τους «ναύτες». Στα διάφορα πηγαδάκια ακούγονταν φωνές που μόνο κακό μπορούσαν να προκαλέσουν στο «ταξίδι». Τέτοιο ήταν και το θέμα συζήτησης στην παρέα όπου βρισκόταν ο Φένθορ.
Την «ανεμελιά» του μεσημεριανού, διέκοψε η βραχνή φωνή ενός νάνου, του οποίου όσο μπόι του έλειπε, τόσα κότσια φαινόταν να είχε. Τον φώναζαν Μπέλεμ, ενώ πολλοί τον ήξεραν ως «τον νάνο που δεν αποχωρίζεται το τσεκούρι του ούτε στην τουαλέτα». Συχνά, οι πιο κοντινοί του φίλοι, του έστηναν καλοκάγαθες πλάκες, προσπαθώντας είτε να του κρύψουν το τσεκούρι του, είτε με διάφορους άλλους τρόπους να προκαλέσουν την υπομονή του. Όμως πάντα οι πλάκες αυτές κατέληγαν σε γέλια γοερά που στιγμιαία μεταδίδονταν σε ολόκληρο το πλοίο. Μουρμουρίζοντας, πλησίασε με γοργό αλλά αποφασιστικό βήμα τον Νταρτ. Άρχισε να του μιλάει σε έντονο ύφος για την κατάσταση. Πώς δηλαδή αυτός αλλά και άλλοι πολλοί είχαν κουραστεί από την εκτεταμένη παραμονή στη θάλασσα, αλλά και από τις συνεχείς αγγαρείες. Κατ’ επανάληψη τον ρωτούσε για τον πραγματικό σκοπό του ταξιδιού και πότε ακριβώς θα δένανε σε στεριά. Όλο το χρονικό μπορούσε να ακουστεί πεντακάθαρα, ίσως ακόμα και απ’ το διπλανό πλοίο. Οι δυνατές φωνές όμως του νάνου, έπνιγαν τα λόγια του και σύντομα δεν υπήρχε ανάσα στα πνευμόνια του για να συνεχίσει. Και όταν αυτός σταμάτησε, η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις του ήταν μονάχα ένα απαξιωτικό βλέμμα από τον Νταρτ.
Ο «Νταρτ» απομακρύνθηκε γυρίζοντας την πλάτη του στον αποκαμωμένο πλέον νάνο. «Περιφρόνηση;» Αυτό περίμενε; Όλοι πάνω στο πλοίο κοιτούσαν αποσβολωμένοι. Κάποιοι έσπευσαν να συνεχίσουν το φαγητό τους, προσπαθώντας να κρύψουν την αμηχανία τους. Όμως κανείς δεν είχε όρεξη για συζήτηση. Ο νάνος, αποσύρθηκε στο αμπάρι του πλοίου, ψελλίζοντας διάφορα στη γλώσσα του, ντροπιασμένος, σίγουρα από την πιο οδυνηρή, πιο ταπεινωτική «ήττα» της ζωής του. Ίσως ήταν λάθος αυτό που μόλις είχε γίνει, όμως για λίγες στιγμές ο νάνος αυτός είχε γίνει η φωνή ενός ολόκληρου πλοίου, ίσως ακόμα κι ενός ολόκληρου στόλου. Και πάλι όμως τίποτα δε φαινόταν πως θα άλλαζε.
Η ώρα του μεσημεριανού πέρασε και τη συνόδευσε ένα ζεστό και ήσυχο απόγευμα. Το απόγευμα πάνω στο πλοίο ήταν ώρα εκπαίδευσης. Κάθε ναύτης ζωνόταν τον εξοπλισμό του κι επιδιδόταν σε εικονική μάχη. Γητειές, βέλη που πετούσαν από τη μία μεριά του πλοίου στην άλλη, αλλά και κάθε είδους όπλα μάχης σώμα με σώμα, όπως σπαθιά, τεράστια σφυριά, τσεκούρια, συμμετείχαν όλα σε ένα τεράστιο πανηγύρι εξάσκησης αλλά κι επίδειξης ικανοτήτων. «Θανάσιμοι» αντίπαλοί των επίδοξων μαχητών, παρουσιάζονταν άλλοτε κούκλες εξάσκησης, άλλοτε πάλι δράκοι, γίγαντες και ότι άλλο μπορούσε να πλάσει η φαντασία τους και να το «φέρει» απέναντί τους. Τότε για λίγα λεπτά γίνονταν οι ήρωες ενός χωριού ή ακόμη και μίας ολόκληρης πόλης κι έβλεπαν ποτάμι από κόσμο να μαζεύεται για να τους υποδεχτεί ως θριαμβευτές, ως πρωταθλητές οι οποίοι με τη ρώμη τους και το κουράγιο τους κατάφερναν να κατατροπώσουν τα θηρία αυτά. Κάποιες φορές εύκολα, άλλες φορές γλυτώνοντας μόλις την τελευταία στιγμή. Και οι επιδοκιμασίες του πλήθους έπνιγαν κάθε άσχημο συναίσθημα και γίνονταν άνεμος δυνατός που φούσκωνε τα πανιά της περηφάνιας τους και τους έδινε δύναμη να συνεχίσουν το εξαντλητικό αυτό ταξίδι. Ωστόσο, κάποιες φορές υπήρχαν και ορισμένοι που δεν κατάφερναν να βγουν από αυτό το πεδίο της μάχης. Η σύγκρουσή τους ήταν επική, όμως ο αντίπαλος είτε με βρώμικα κόλπα, είτε λόγω ανωτερότητας δυνάμεων, κατάφερνε να τους υποτάξει, εγκαταλείποντας τους «νεκρούς». Όμως και τότε τα αγάλματα που στήνονταν προς τιμήν τους αλλά και τα τραγούδια – ύμνοι των βάρδων που τους συντρόφευαν, μεταφέροντας τα κατορθώματά τους στα πέρατα του κόσμου, ανατρέφοντας μικρούς επίδοξους ήρωες, αποτελούσαν εξίσου ανταμοιβή.
Κι ενώ το «ταξίδι» συνεχιζόταν, πάνω από τα πλοία εξελισσόταν η πιο παλιά μάχη από όλες. Μία μάχη χωρίς νικητές και ηττημένους, χωρίς απώλειες. Ωστόσο, ένας πόλεμος αιώνιος και αδιάκοπος. Ένας πόλεμος κυριαρχίας ανάμεσα στη νύχτα και τη μέρα. Ένα αέναο κυνηγητό ανάμεσα στον ήλιο και το φεγγάρι. Και αυτή τη φορά ήταν η σειρά του φεγγαριού να επικρατήσει. Στον ορίζοντα, ήδη είχε αρχίσει να απλώνεται έντονα το σκούρο πέπλο της νύχτας, καθώς ο ήλιος χανόταν «κάτω» από τον απέραντο ωκεανό. Μικρά φανάρια άρχισαν να στολίζουν τα κατάρτια όλων των πλοίων του στόλου και οι παρέες λιγόστεψαν. Έγιναν πιο μικρές, καθώς οι περισσότεροι ξέκλεβαν λίγες ώρες ξεκούρασης πριν τη βραδινή σκοπιά. Όμως η νύχτα στον ωκεανό ήταν πανέμορφη και απόψε το φεγγάρι ήταν δυνατό και η θάλασσα ήσυχη.
Τα πλοία από μακριά έμοιαζαν σταματημένα καραβάνια πάνω στον απέραντο ωκεανό. Το φεγγάρι έντυνε με το φως του τις απέραντες θαλάσσιες πεδιάδες που εκτείνονταν σε μέρη ίσως και πέρα από την λογική. Αγναντεύοντας το πανέμορφο αυτό τοπίο κανείς, ξεχείλιζε από την ανάγκη να τρέξει πάνω στις ατέλειωτες αυτές πεδιάδες με όλη του τη δύναμη, παρά την κούραση της ημέρας, κυνηγώντας το φεγγάρι μέχρι τα πέρατα του κόσμου. Έπειτα, εξαντλημένος να ξαπλώσει πάνω στο υδάτινο αυτό χαλί και να αποκοιμηθεί κάτω από έναν ουρανό ντυμένο με χιλιάδες χιλιάδες άστρα.
Σύντομα ένας απαλός αλλά πολύ μελωδικός ήχος απλώθηκε και τύλιξε τα πλοία στις νότες του. Έβγαινε από τον αυλό του Άλμπιον, του κοντούλη χωρατατζή, ο οποίος μη μπορώντας να αντισταθεί στη μαγεία της νύχτας είχε μείνει άγρυπνος, σε μία γωνιά του καταρτιού, γητεύοντας με το τραγούδι του, κάθε πλάσμα το οποίο τύγχανε άγρυπνο εκείνη την ώρα. Η μελωδία του, στο λεπτό σε ταξίδευε σε μέρη ακόμα πιο μακρινά. Σε μέρη που μόνο θεοί μπορούσαν να είχαν ταξιδέψει. Και το τοπίο έγινε ακόμα πιο μαγικό. Όμως υπήρχε στις νότες της και μία δόση νοσταλγίας. Κάτι το οποίο πλανιόταν στο μυαλό όλων. Κάτι το οποίο όλοι είχαν αφήσει πίσω τους αναλαμβάνοντας αυτή την αποστολή και που πλέον ήταν αργά για να μετανιώσουν.
Η νύχτα κύλησε και αυτή ήσυχα και τη συνόδευσε ένα δροσερό πρωινό. Κατά την έγερση τηρήθηκε η συνηθισμένη αναφορά, όπου κάθε πλάσμα εν υπηρεσία το προηγούμενο βράδυ, επιβεβαίωσε τη γαλήνια νύχτα που μόλις είχε ολοκληρωθεί. Σειρά πήραν οι αγγαρείες. Η ώρα του μεσημεριανού. Η ατμόσφαιρα όμως φαινόταν διαφορετική. «Ή μήπως έτσι πίστευαν οι περισσότεροι;» Κάποιοι έδειχναν να τους έχει επηρεάσει έντονα το περιστατικό που είχε λάβει χώρα το προηγούμενο μεσημέρι.. Μερικές συντροφιές παρέμειναν σιωπηλές. Ο Μπέλεμ δεν έκατσε με την παρέα του εκείνο το μεσημέρι. Έμεινε στο αμπάρι. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, πολλά βλέμματα ήταν στραμμένα πάνω του. Γεγονός που ίσως να τον είχε ενοχλήσει περισσότερο και από το τελευταίο συμβάν. Εύκολα μπορούσε κανείς να αντιληφθεί κοιτώντας τον, πως ο νάνος ήταν διαφορετικός. Ταλανιζόμενος από σκέψεις. Όμως ήταν δυνατός και θα το ξεπερνούσε. Άλλωστε ήταν νάνος, που σημαίνει σκληροτράχηλος, αναθρεμμένος σε κακουχίες και αντιξοότητες, παρά το νεαρό της ηλικίας του.
Το απόγευμα και η νύχτα ακολούθησαν τη λογική τάξη των πραγμάτων. Η βραδινή αναφορά, μοίρασε τις νυχτερινές υπηρεσίες και όλα τα πλάσματα αποχώρησαν για να ξεκουραστούν. Ο Φένθορ καθώς κατευθυνόταν προς το αμπάρι, πρόλαβε να προσπεράσει τον Μπέλεμ και να τον χτυπήσει φιλικά στην πλάτη. Δεν υπήρχαν διαμάχες πάνω στο πλοίο. Εξάλλου όλα τα πλάσματα (πλην των αρχηγών των πλοίων) ήταν νεαρά σε ηλικία, γεγονός που έκανε πιο εύκολη την παρέα μεταξύ τους. Το βράδυ και αυτό δροσερό. Το φεγγάρι, είχε αρχίσει από μέρες να αδειάζει. Το σκηνικό διατηρούσε όμως ακόμα τη μαγευτική ομορφιά της προηγούμενης νύχτας. Ξημέρωμα.
Ήταν ακόμη μία μέρα πάνω στο πλοίο. Το σάλπισμα της έγερσης, κάλεσε για μία ακόμη φορά όλα τα πλάσματα στις καθιερωμένες, ημερήσιες υποχρεώσεις τους. Η πρωινή αναφορά εντούτοις επεφύλασσε εκπλήξεις. Ο θαρραλέος νάνος, που μόλις 2 μέρες πριν είχε τολμήσει να ορθώσει το ανάστημά του απέναντι στον Νταρτ, είχε γίνει άφαντος. Οι πιο κοντινοί του φίλοι, ανέφεραν ότι κατά τη διάρκεια της νύκτας, η «κουκέτα» του ήταν άδεια. Αρκετά βολικά, η βάρδια του είχε τελειώσει αργά το προηγούμενο βράδυ, όπου τα περισσότερα πλάσματα είχαν αποκοιμηθεί. Η αλλαγή της σκοπιάς ωστόσο, είχε τελεστεί με κάθε τυπικότητα. Ένας άλλος νάνος, ανέφερε ότι τον είχε δει να τριγυρνά ανήσυχα στο αμπάρι λίγες στιγμές μετά τη βάρδια του. Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που τον είχε αντικρίσει. Κανείς σκοπός δεν ανέφερε την παραμικρή αναστάτωση, ενώ παράλληλα κανείς δεν τον είχε δει στο κατάστρωμα μετά το πέρας της υπηρεσίας του. Μυστηριωδώς, κάθε αντικείμενο που ανήκε στο βραχύσωμο νάνο, φαινόταν να είχε την ίδια ακριβώς μοίρα. Όλα έμοιαζαν πολύ περίεργα. Σίγουρα δε θα μπορούσε να είχε εγκαταλείψει το πλοίο στη μέση του πελάγους. Κάτι τέτοιο ισοδυναμούσε με σίγουρο θάνατο. Εξάλλου, οι νάνοι ποτέ δε φημίζονταν για τη σχέση τους με το νερό (καν με το μπάνιο, πόσο δε μάλλον με το κολύμπι). Ένα ακόμα μέλος της παρέας του νάνου, θυμήθηκε την τελευταία συζήτησή τους μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσης, το προηγούμενο απόγευμα. Περιέγραψε το φίλο του αποκαρδιωμένο και φοβισμένο. Ένα συναίσθημα σχεδόν άγνωστο στους περήφανους νάνους. Ανέφερε, πως ποτέ δεν τον είχε ξανακούσει έτσι. Μιλούσε με φόβο για τη ζωή του, σαν να ήξερε πως κάτι θα γινόταν το βράδυ εκείνο. Άραγε σύμπτωση ή κάτι γνώριζε; Και πάλι όμως, ποιος θα μπορούσε να ήθελε να του κάνει κακό. Ειδικά σε έναν τόσο μικρό χώρο. Εκτός και αν…
Ο Νταρτ δε φάνηκε να συγκινείται από την αναφορά. Πως είναι ποτέ δυνατό ένα τέτοιο περιστατικό να μην προκαλέσει την έκπληξη του; Όλοι διατάχθηκαν να συνεχίσουν τις υποχρεώσεις τους, παραβλέποντας το γεγονός. Ένας νάνος από την παρέα του Μπέλεμ εγκατέλειψε την αγγαρεία που του είχε ανατεθεί, προς αναζήτηση στοιχείων για την τύχη του φίλου του. Κάποια από τα υπόλοιπα πλάσματα, προσπάθησαν να τον καλύψουν, αναλαμβάνοντας μέρος της υποχρέωσης του νάνου αυτού. Ο Νταρτ ήξερε τι γινόταν. Τίποτα δεν περνούσε απαρατήρητο από την αετίσια ματιά του. Ήσυχος, δεν έδειχνε να ενδιαφέρεται.
Ο δροσερός αέρας που έσπρωχνε τα πλοία προς την κατεύθυνσή τους, ζέσταινε την «παγωμένη» ατμόσφαιρα που επικρατούσε κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού. Η «μυστική» έρευνα, για την ώρα δεν είχε ευοδώσει. Περιέργως, το γεγονός αυτό δεν προκαλούσε έκπληξη. Συνωμοτικές θεωρίες άρχισαν να γεννιούνται. Πρώτος στόχος ήταν ο Νταρτ. Διαίρει και βασίλευε, έλεγε μία σοφή ρήση. Ίσως ήταν ένας τρόπος παραδειγματισμού. Δε θα ήταν δύσκολο για κάποιον με τις ικανότητες εκείνου. Σίγουρα δε θα χρειαζόταν καν βοήθεια.
Ήταν και πάλι αυτοί οι δύο γιγαντόμορφοι. Απόγονοι των απεχθέστατων, για τους νάνους (αλλά και το σύνολο των πλασμάτων), Ορκς που όμως στις φλέβες τους έτρεχε και αίμα ανθρώπων. Τραγικές σίγουρα ιστορίες πλιάτσικου, που είχαν δώσει αίμα και σάρκα στα πλάσματα αυτά. Απόκληροι από το σύνολο των κοινωνιών. Πάντα κοιτούσαν πονηρά την παρέα των νάνων. Ένιωθαν να απειλούνται. Τι και αν όλα τα πλάσματα, τους είχαν καλωσορίσει ζεστά. Τι και αν προσπαθούσαν οι ίδιοι να μην προκαλούν. Οι νάνοι «γνώριζαν» καλά τη μοχθηρή φύση των πλασμάτων εκείνων. Εντελώς συμπτωματικά εξάλλου, είχαν και οι δύο υπηρεσία, μαζί με τον Μπέλεμ, το προηγούμενο βράδυ. Και τώρα έπρεπε να τους προσέχουν. Να επαγρυπνούν.
Οι φήμες, διαδόθηκαν σαν αστραπή και άμεσα βρήκαν υποστηρικτές. Κάποια πλάσματα θυμήθηκαν πολύ βαριές πατημασιές, αργά κατά τη διάρκεια της περασμένης νύχτας, που δε θα μπορούσε να έχει κάνει κανένας από μόνος του, εκτός και αν κουβαλούσε κάτι βαρύ. Μία μικροκαμωμένη δεσποινίδα, που δεν έμοιαζε να προέρχεται από τη φυλή του Άλμπιον, ανέφερε τον έντονο παφλασμό των κυμάτων στιγμιαία κατά τη διάρκεια της νύχτας, σαν κάτι μεγάλο να χτυπούσε με δύναμη στην επιφάνεια της θάλασσας, πέφτοντας από ψηλά. Το «δικαστήριο» ήταν σχεδόν έτοιμο να λάβει την απόφασή του. Το μόνο που θα έμενε τότε ήταν η τιμωρία των ενόχων. Όμως, έπρεπε να περιμένουν λίγο ακόμα. Έπρεπε να είναι σίγουροι.
Το απόγευμα ήταν μουδιασμένο. Δεν είχε επικές μάχες. Δεν αναδείχθηκαν υπέρμαχοι. Οι ζητωκραυγές κώπασαν. Οι βάρδοι σίγησαν. Κανένα έπος δε γράφτηκε εκείνο το απόγευμα. Η νύχτα «άργησε» να διαδεχθεί εκείνη τη μέρα. Φόβος και καχυποψία γέμισαν τα μυαλά πολλών. Η νύχτα πλησίαζε και απόψε πολλοί θα έχαναν τον ύπνο τους. Ο σκοπός του ταξιδιού, φαινόταν πλέον να έχει περάσει σε δεύτερη μοίρα.
Η νύχτα κύλησε ως αναμενόταν. Λίγα πλάσματα έκλεισαν τα μάτια τους και αφέθηκαν εκείνο το βράδυ. Το ανεξήγητο περιστατικό, είχε τρομοκρατήσει σχεδόν τους πάντες. Οι περισσότεροι προσποιούμενοι ότι κοιμόντουσαν, γύρναγαν στο παραμικρό τρίξιμο, έτοιμοι ν’ αντιμετωπίσουν το δολοφόνο. Οι 2 γιγαντόμορφοι, κατέλυσαν σε μία γωνιά, κάτω από τη σκάλα που βρισκόταν πάνω στο κεντρικό κατάστρωμα του πλοίου και οδηγούσε στην πρύμνη. Σχεδόν κανείς δεν τους ήθελε κοντά του.
Το ξημέρωμα ήρθε αργά και βασανιστικά. Τα περισσότερα μάτια ήταν κόκκινα. Πρησμένα από την αϋπνία. Ακόμα και έτσι όμως, μπορούσε κανείς να διακρίνει τα συναισθήματα που κρύβανε. Φόβος, μίσος, διχόνοια, είχαν φωλιάσει στο μυαλό των περισσοτέρων. Μερικά πλάσματα προσπαθούσαν να μείνουν αμέτοχα. Ο μικρούλης Άλμπιον συνέχιζε τα αστεία και τα πειράγματα. Η έκρυθμη κατάσταση δεν ήταν προς όφελος κανενός. Ωστόσο, κανείς δεν φαινόταν να ενδιαφέρεται για ένα καλό αστείο τέτοιες ώρες. Η διαμάχη δε θα αργούσε να ξεσπάσει.
Ο καυτός ήλιος, είχε δείξει από νωρίς τις διαθέσεις του εκείνη την ημέρα. Στο κατάστρωμα θα βρίσκονταν περίπου 20 με 30 πλάσματα. Ανάμεσά τους, ένας γιγαντόμορφος, η παρέα των νάνων, ο μικρούλης Άλμπιον και ο Φένθορ. Ήταν η ώρα που τα περισσότερα πλάσματα εκτελούσαν τις πρωινές αγγαρείες. Μία έντονη αναταραχή προς το μέρος του κεντρικού καταρτιού, τράβηξε την προσοχή του Φένθορ, ο οποίος βρισκόταν κατά την ώρα εκείνη στην πρύμνη, εκτελώντας την αγγαρεία που του είχε ανατεθεί. Με ένα άλμα, βρέθηκε αμέσως στο μεσαίο κατάρτι και με ταχύτητα κινήθηκε προς το μέρος όπου ήταν συγκεντρωμένα όλα τα πλάσματα.
«Σου είπα να τα μαζέψεις, γιε σκύλας. Καταραμένε δαίμονα». Ο Φένθορ, χάρη στο ύψος του μπορούσε να ξεχωρίσει στο κέντρο του σημείου όπου ήταν συγκεντρωμένα τα πλάσματα, έναν πορφυρογένη νάνο από την παρέα του Μπέλεμ, να φωνάζει σε έναν από τους 2 γιγαντόμορφους. Ήταν άραγε η ώρα της σύρραξης; Η κίνηση ενός κουβά που ήταν ξαπλωμένος κοντά στα πόδια των δύο εκείνων πλασμάτων και ακολουθούσε το ρυθμό που έδινε η θάλασσα στο πλοίο, καθώς αυτό την έσχιζε στα δυο, τράβηξε για λίγο το βλέμμα του Φένθορ. «Ωραία αφορμή», σκέφτηκε κουνώντας το κεφάλι του. Ο νάνος, συνέχιζε να εκτοξεύει βρισιές και απειλές προς τον γιγαντόμορφο. Όμως το θάρρος του μονάχα, δεν ήταν αρκετό. Όλοι ήξεραν ότι δεν ήταν εύκολο να κάμψεις την υπεράνθρωπη δύναμη του πλάσματος αυτού, κληρονομιά των προγόνων του. Ωστόσο, ο νάνος δεν ήταν μόνος του. Έδειχνε να έχει την υποστήριξη και των υπολοίπων πλασμάτων που είχαν συγκεντρωθεί, τα οποία με μανία φώναζαν προς το μέρος του δεύτερου. Εκείνο στεκόταν ακίνητο. Η κίνηση των ματιών του, μαρτυρούσε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. Ο Φένθορ, προσπάθησε να πλησιάσει προς το μέρος που στέκονταν οι δύο αντιμαχόμενοι. Κάποιος έπρεπε να τους σταματήσει, προτού η κατάσταση ξέφευγε από κάθε έλεγχο. Τη στιγμή εκείνη όμως, η μικρή που είχε ακούσει τους περίεργους ήχους το βράδυ της εξαφάνισης του Μπέλεμ (και οι οποίοι μαρτυρούσαν την τύχη εκείνου), πήδηξε από το πουθενά στην πλάτη του γιγαντόμορφου.
Εκείνος, ξαφνιασμένος έκανε ένα – δύο βήματα προς τα πίσω, μέχρι που η πλάτη του χτύπησε πάνω στο τοίχωμα του πλοίου που χώριζε το κεντρικό κατάστρωμα από την πλώρη. Η μικρή φάνηκε να ψιθυρίζει κάτι στο αυτί του, την ώρα που ο νάνος κινήθηκε απειλητικά προς το μέρος του. Το δυνατό φως του ήλιου, αντανακλάστηκε πάνω σε κάτι μεταλλικό, που μόλις είχε ξεχωρίσει μέσα από την παλάμη της.
Στιγμιαία, δύο βέλη πέταξαν από ψηλά και καρφώθηκαν πάνω στο σκληρό ξύλο του καραβιού, ανάμεσα στα πόδια του νάνου που ξεκίνησε τη φασαρία και του γιγαντόμορφου. Όλοι παγωμένοι έστρεψαν το βλέμμα τους προς την κατεύθυνση από την οποία φάνηκαν να έρχονται τα βέλη. Την ίδια στιγμή «προσγειώθηκε» ανάμεσα στον όχλο ο Νταρτ. Οι εχθροπραξίες είχαν κοπάσει στη θέαση των βελών. Όλοι παρέμειναν ακίνητοι. Ούτε ανάσα δε δραπέτευε από τα ερμητικά κλειστά στόματα του πληρώματος. Όποια και αν ήταν πλέον η αλήθεια, η βούληση του Νταρτ είχε επιβληθεί και η τάξη πάνω στο πλοίο επανερχόταν.
«Φοβήθηκα ότι θα ξεσπούσε μάχη», απάντησε ο μικρούλης Άλμπιον στον Φένθορ, καθώς αυτός έπαιρνε θέση δίπλα του.
«Και τι έκανες γι’ αυτό;» ρώτησε ο Φένθορ περιπαικτικά.
«Τον έξυπνο», αποκρίθηκε με φυσικότητα.
.
Παρά τη ζεστή μέρα που είχε προηγηθεί, η θερμοκρασία το βράδυ, έπεσε πολύ. Τα υψηλά επίπεδα υγρασίας, καθώς και η τεράστια μεταβολή της θερμοκρασίας, είχαν δημιουργήσει ένα παχύ προπέτασμα ομίχλης το επόμενο ξημέρωμα. Με δυσκολία μπορούσε κανείς να διακρίνει κάποιο από τα παρακείμενα πλοία.
Ξαφνικά μία έντονη κινητικότητα και κάποιες φωνές που προέρχονταν από το διπλανό καράβι, το οποίο επίσης συνόδευε από κοντά το κεντρικό πλοίο, τράβηξαν την προσοχή των σκοπών. Ο Άλμπιον διέκοψε απότομα το τραγούδι του και σηκώθηκε να δει τη προκάλεσε όλη αυτή την αναστάτωση. Στο φως του φεγγαριού, ξεχώριζε το πλήρωμα του πλοίου συγκεντρωμένο στην αριστερή πλευρά του καραβιού να κοιτάζει κάτω προς τη θάλασσα. «Νόβακ, τι συμβαίνει», ακούστηκε για πρώτη φορά ανήσυχη η φωνή του «Νταρτ», ο οποίος σχεδόν κρεμασμένος από το πλαΐνο μέρος του καραβιού, έδειχνε σα να προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Από το απέναντι πλοίο ήρθε η απάντηση από μία γιγαντόσωμη φιγούρα, η οποία έδειχνε να δίνει τις διαταγές.
-Κάτι χτύπησε το πλοίο μας από κάτω.
-Ξέρα σε τέτοιο μέρος; Μονολόγησε με στοχασμό ο «Νταρτ». Σκοπέ σήμανε συναγερμό γρήγορα, φώναξε με έκδηλη ανησυχία.
Ξαφνικά κάτι λόγια αντήχησαν μέσα στον πανικό και τη φασαρία και ένα φως δυνατό σα πυρσός ξεπρόβαλε πάνω στο απέναντι κατάρτι. Οι φιγούρες έγιναν πιο έντονες. Την αναταραχή έπνιξαν τα σαλπίσματα του συναγερμού και από τα υπόλοιπα πλοία όπου πλέον όλα τα πλάσματα βρίσκονταν πάνω τους συγκεντρωμένα. Όλοι απορημένοι προσπαθούσαν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Και η πληροφορία διαδόθηκε γρήγορα ότι κάτι περίεργο είχε συμβεί στο διπλανό πλοίο. Ο Φένθορ δεν άντεξε να κρατήσει τη γραμμή στην οποία είχαν παραταχθεί και έτρεξε στο πλάι του πλοίου φωνάζοντας: Λεθόρια, Λεθόρια είσαι καλά; Δε μπορούσε να σκεφτεί ότι κάτι κακό είχε τύχει στη μικρή ξωτικιά. Ο «Νταρτ» διέταξε να παραταχθούν σε τριάδες ώστε να μοιράσει τις σκοπιές ανάλογα...
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου