Άνοιξε το παλιό ξύλινο μπαούλο. Η μυρωδιά της μούχλας και πλήθος από εικόνες χίμηξαν πάνω του. Τον κυρίευσαν. Δε δίστασε. Τράβηξε μία βαθιά αναπνοή και άφησε ένα αθώο χαμόγελο να ξεφύγει από τα ρυτιδιασμένα του χείλη.
Χαΐδεψε με το τρεμάμενο χέρι του το σάκο φύλαξης που κράταγε μέσα του το γαμπριάτικο κοστούμι του. Ενώπιον Θεού, είχαν δώσει όρκους παντοτινής αγάπης και είχαν πιστέψει στην υπόσχεσή Του ότι θα τους προστάτευε για πάντα.
Όμως τους είχε προδώσει με τον χειρότερο τρόπο. Αν τελικά υπήρχε. Γιατί ποιος φιλεύσπλαχνος Θεός θα επεφύλασσε τέτοιο τέλος για ένα από τα παιδιά του.
Στον τοίχο πάνω από το μπαούλο, ξεχώριζε ένα νοητό, ορθογώνιο πλαίσιο όπου μέσα του, ο ασπριδερός τοίχος, ήταν ελάχιστα πιο ζωντανός.
Τα χρόνια της ευτυχίας, τους φυλούσε από εκεί η Παναγιά, κρατώντας στοργικά στα χέρια της, τον μικρό Χριστό. Μα από τότε που έφυγε η αγαπημένη του, δεν υπήρχε θέση για έναν υποκριτή Θεό, σε αυτό το σπίτι. Δεν υπήρχε θέση για κανέναν Θεό, για καμία πίστη, για καμία άλλη δεισιδαιμονία. Υπήρχε μόνο η οδυνηρή αλήθεια μίας αδίσταχτης, μίας ανιλεούς πραγματικότητας.
Τα χαρακτηριστικά του προσώπου του παραμορφώθηκαν. Με μανία, πέταξε το σάκο πέρα στο πάτωμα, μα μαλάκωσε πάλι, σαν αντίκρυσε από κάτω το χάρτινο κουτί με το στρουμπουλό παιδάκι που παρίστανε τον ιπτάμενο έρωτα.
Έκανε να το ακουμπήσει, όμως δίστασε. Έσφιξε τα δάχτυλα του σε γροθιά και τα έφερε μπροστά από τα χείλια του.
Έκλεισε τα μάτια του και ένα δάκρυ πήρε να τρέχει με όλη του τη δύναμη, πάνω στα μάγουλα του. Σαν φυλακισμένος που για χρόνια περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να δραπετεύσει από το κελί του.
Με το μανίκι του απόδιωξε το δάκρυ πριν προλάβει να βουτήξει στο κενο και λυτρωθεί για πάντα. Ανακάθισε στο πάτωμα και με τα δύο χέρια του, έπιασε το κουτί όσο πιο τρυφερά και ευγενικά μπορούσε.
Δεν είχε αφήσει ποτέ την αγαπημένη του Μίρα να τον δει είτε θλιμμένο, είτε νευριασμένο και δε θα το έκανε ούτε τώρα. Γέμισε όπως όπως τα πνευμόνια του με αέρα, στήλωσε τα χαρακτηριστικά του προσώπου του και αφαίρεσε το καπάκι.
Τα πάντα βρίσκονταν εκεί, όπως ακριβώς του τα είχαν παραδώσει από την κλινική εκείνη την ημέρα που κάθε φως έσβησε. Το πετσετάκι με το οποίο της έβρεχε το μέτωπο για να την ανακουφίσει όταν ο πυρετός δεν έπεφτε. Το τσιμπιδάκι φρυδιών και η βούρτσα με τα οποίο την κρατούσε πάντα κομψή, όπως ήθελε και η ίδια να είναι, ακόμη και στις πιο δύσκολες στιγμές. Το κουτάκι με τα χάπια ανά ημέρα και ώρα. Τα ακουστικά με τα οποία μοιράζονταν μέσα στο σκοτάδι, την αγαπημένη τους μουσική.
Δεν υπήρχε μόνο πόνος και δυστυχία μέσα σε εκείνο το
κουτάκι. Υπήρχε αγάπη. Περίσσεια αγάπη και η τελευταία ανάμνηση από τη λέξη
ελπίδα.
Ένα ψαράκι κινήθηκε γοργά στον πάτο του κουτιού. Ο γερο-Ρόγκαν αηδίασε, καθώς το παρατηρούσε να ψάχνει να κρυφτεί. Αποφάσισε να του χαρίσει τη ζωή. Αν ο ίδιος ήταν θεός, θα ήταν ευσπλαχνικός. Έξαλλου, πλέον δεν είχε πολλή σημασία, σκέφτηκε, κοιτάζοντας στο πλάι του το μπουκαλάκι με το δηλητήριο.
Χωρίς να βιάζεται, έβγαλε μέσα από το μπαούλο, ένα ένα, καθετί που φυλασσόταν εκεί για χρόνια. Τα άπλωνε γύρω του φτιάχνοντας περίτεχνα έναν χάρτη από όμορφες στιγμές που είχε θάψει από καιρό.
Σε μία γωνία στον πάτο του μπαούλου, τυλιγμένο μέσα σε ένα ξεθωριασμένο φλοράλ μαντήλι, βρήκε προσεκτικά τοποθετημένο ένα μικρό μεταλλικό κουτάκι. Από το γυάλινο καπάκι του, ξεχώριζε ένα γαριασμένο, παιδικό δοντάκι που κρυβόταν επιδέξια μέσα σε ένα κουβάρι από ίνες βαμβακιού.
Άνοιξε το κουτάκι με προσοχή και πήρε στα χέρια του το μικροσκοπικό δόντι. Το έφερε κοντά στα μάτια του, για να το περιεργαστεί καλύτερα. Αβίαστα η θύμησή του ταξίδεψέ πίσω στα παιδικά του χρόνια.
Είδε το πρόσωπο της πολυαγαπημένης μητέρας του και χάθηκε για μία στιγμή σε εκείνη την αγκαλιά που μπορούσε να πάρει μακριά κάθε φόβο ή πόνο. Άκουσε και πάλι το λυτρωτικό “δεν πειράζει” από τα χείλη της. Του το έλεγε κάθε φορά που έκανε μία ζημιά ή που δεν πετύχαινε το στόχο του. Ένιωσε και πάλι όπως τότε. Πως όλα θα πήγαιναν καλά.
Το πρόσωπό του γαλήνεψε. Κοίταξε ξανά το παιδικό του δόντι. Θυμήθηκε τις υπερβολικές ιστορίες της μητέρας του, για τη Νεράιδα των Δοντιών. Τότε όμως δεν του φαίνονταν διόλου υπερβολικές.
Με ένα ανέμελο χαμόγελο στο πρόσωπό του, σηκώθηκε αφήνοντας πίσω του το δηλητήριο και ένα πάτωμα όμοιο με κολάζ σε μπαρόκ στυλ, τριγύρω από το παλιό μπαούλο.
Τράβηξε ίσια για την κάμαρή του. Σαν έφτασε στο κρεβάτι του, σήκωσε το μαξιλάρι του και απόθεσε από κάτω το μικρούλι δόντι. Έπειτα ξάπλωσε και άφησε τον ύπνο να τον ταξιδέψει ακόμη πιο μακριά.
Όταν το πρώτο φως τρύπωσε από τις χαραμάδες της ξύλινης μπαλκονόπορτας, πετάχτηκε όπως τα παιδιά την ημέρα των Χριστουγέννων που ανυπομονούν να δουν τι δώρο τους έφερε ο Άγιος Βασίλης.
Στάθηκε δίπλα στο προσκεφάλι του κρεβατιού του και ανασήκωσε με αγωνία το μαξιλάρι του. Το δοντάκι ήταν ακόμη εκεί στην ίδια θέση που το είχε βάλει. Μα πριν προλάβει η απογοήτευση και τον καταβάλει, το κιτρινισμένο δόντι κινήθηκε λίγο πάνω στο λευκό σεντόνι.
Ένας διαπεραστικός πόνος στο σημείο της καρδιάς, τον έκανε να κλείσει με δύναμη τα βλέφαρά του. Η δυσάρεστη αίσθηση αποτυπώθηκε έντονα στο γέρικο πρόσωπό του. Με το αριστερό χέρι πίεσε δυνατά στο σημείο της καρδιάς, ενώ με το δεξί χέρι άρπαξε το σεντόνι, προσπαθώντας να τραβήξει τον εαυτό του προς το κρεβάτι.
Η ζωή του ξεθώριαζε. “Μόνοι ερχόμαστε και μόνοι φεύγουμε…”, ψέλλισε με πικρία. Τα μάτια του δάκρυσαν. Έσυρε στην αγκαλιά του το σεντόνι, που κρατούσε ακόμη με το άλλο του χέρι. Ένιωθε τη δύναμή του να τον εγκαταλείπει.
Στο υπνοδωμάτιό του, το κρεβάτι του ήταν ξέστρωτο και τα πάντα ριγμένα κάτω. Δύο λευκά πραγματάκια, σαν κομματάκια από κούφιο δόντι, της τράβηξαν την προσοχή πάνω στο σκούρο ξύλο του πατώματος. Οι πόρτες και τα παράθυρα ήταν όλα κλειδωμένα από μέσα. Δεν ήξερε τι να υποθέσει, μα ένα ακαθόριστο συναίσθημα μέσα της, της έλεγε ότι ήταν καλά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου