Ο Καταβροχθέας των Ψυχών


Στην περιφέρεια Γενάση, νοτιοδυτικά της Γεωργιούπολης, υπάρχει ένα μικρό αγροτικό χωριό που ονομάζεται Καράλια. Παρά τους ελάχιστους κατοίκους, έχει ορκιστεί να αντισταθεί στη νομοτέλεια της αστικοποίησης και οι λιγοστές παιδικές φωνές στον απογευματινό ήλιο, αντηχούν ως η πιο λαμπρή ελπίδα.

Τα χωράφια και τα λιόφυτα που περιστοιχίζουν την μικρή κοινότητα, πλέκουν ένα πανέμορφο, πολύχρωμο μοτίβο από μπαλώματα, αν έχεις ποτέ την τύχη να κοιτάξεις από ψηλά, σαν τα ταξιδιάρικα πουλιά. Μην ελπίζεις να σταθείς στην άκρη κάποιου βουνού ή έστω λόφου, να απολαύσεις το μοναδικό αυτό φαινόμενο. Οι πεδιάδες της επαρχίας της Γενάσης, λέγεται ότι είναι τόσο επίπεδες που αν ξαπλώσεις σε οποιοδήποτε σημείο πάνω στο πλούσιο καστανόχωμα της και κοιτάξεις πέρα τον ορίζοντα, δε θα δεις ούτε ένα χαλικάκι να προκαλεί παραφωνία στις απάνεμες χωμάτινες θάλασσες που την σκεπάζουν.

Ένας ευλογημένος τόπος πραγματικά, που είθε ο καιρός της αλλαγής να μην τσακίσει.

Αν έζησες παιδί εκεί σε οποιαδήποτε εποχή, δε θα δίστασες στιγμή να καταπιείς μανιωδώς το φαγητο σου, είτε σου άρεσε είτε όχι, υπό την απειλή του Μάρμου. Του νεαρού που τριγυρνούσε κοντά στο παλιό αρδευτικό κανάλι και μάζευε τις ψυχές όσων δεν ήταν φρόνιμοι. Μικροί ή μεγάλοι.

Οι θρύλοι λένε πως ένας νέος από τα γειτονικά Αράνου, επισκεπτόταν συχνά στα παλιά χρόνια, τις καλλιέργειες των Καραλιανών - έτσι φώναζαν ανέκαθεν τους κατοίκους του χωριού των Καραλιών. Όχι όμως όπως πας για επίσκεψη, βαστώντας πεσκέσι. Πήγαινε στα σκοτεινά. Χωρίς να ενημερώνει ποτέ. Με τα μπαγκάζια του στον πηγαιμό να χτυπιούνται δεξιά ζερβά, άδεια πάνω στα καπούλια της φοράδας του και στην επιστροφή, μετά βίας να σαλεύουν, ξέχειλα από πραμάτεια.

Μα η πονηριά του δε θα συνεχιζόταν για πολύ. Μια νυχτιά που το φεγγάρι ήταν βουβό και το φως του ξέπνοο, οι προ-προπαππούδες των Καραλιανών, του στήσανε καρτέρι. Θα του δίνανε τέτοιο μάθημα, που θα σκεφτόταν πολύ σοβαρά, όχι μόνο να ξανακλέψει, μα και να ξαναξεμυτίσει έξω από το λαγούμι του. Γιατί όποιος κλέβει, δεν είναι άνθρωπος, παρά ποντικός...

Το σχέδιο δεν πήγε ως αναμενόταν. Πριν προλάβουν να τον πιάσουν, το άλογο τρόμαξε και έριξε τον κλέφτη από το σαμάρι του. Πολύ αλληγορικά, ο "μουλωχτός" ή "μάρμος" όπως αποκαλείται στην ιδιόλεκτο τους, μπορεί να μην παγιδεύτηκε στη φάκα που του είχαν στήσει, πιάστηκε όμως στα γκέμια του αλόγου του. Το ζώο τρομαγμένο κάλπασε μακριά, σέρνοντας τον μέσα από περιβόλια καλλιεργημένα, αλλά και ατίθασους αγρούς. Ασπάλαθους, βάτα και αστιβιδιές... Λένε πως τόσο τρομαγμένο ήταν, που δε σταμάτησε να τρέχει, παρά μόνο σαν έφτασε στην πέρα θάλασσα. Μα πλέον, λιγοστά απομεινάρια του λοποδύτη κρέμονταν από τα γκέμια. Και σε αυτά, ακόμη και το αίμα είχε στραγγίσει. Ανάμεσα στα χωράφια, που πάνε πέρα προς τη θάλασσα, ξεχωρίζει μία μακριά λουρίδα από Κοκκινάνθη. Ανθίζουν κάθε χρόνο, μετά τις πρώτες βροχές και κανείς χωρικός δεν τα πειράζει. Οργώνουν είτε γύρω τους, είτε αφού ξεραθούν. Λέγεται ότι το αίμα του αγύρτη πότισε τη γη και στα σημεία εκείνα φύτρωσαν λουλούδια, να θυμίζουν την τιμωρία του.

Από τότε ο Μάρμος τριγυρνάει γύρωθε του χωριού, αναζητώντας εκδίκηση μα και παράλληλα σωφρονίζοντας όσους βάζουν στο μυαλό τους παγαποντιές, ή δεν υπακούουν.

Η ιστορία συνεχίζεται από γενιά σε γενιά και περιλαμβάνει εξαφανίσεις χωρικών, μα και αγνώστων που περιόδευαν στην περιοχή, από μέρη μακρινά. "Άραγε υπάρχει μύθος που να μη μεγάλωσε με το πέρασμα των χρόνων;" Παρά ταύτα, η νέα εποχή φαίνεται να μην έχει χώρο για κατάλοιπα της παλιάς. Οι σύγχρονες τεχνολογίες, μπορεί να φοβίζουν πολλούς για τις αλλαγές που πρόκειται να επιφέρουν, μα μπορούν τάχα να ξεριζώσουν και να αποδιώξουν τα δαιμόνια κάθε τόπου; Οι νέοι, αν και δεν αρνούνται την ύπαρξή του στοιχειού, δηλώνουν με περισσή σιγουριά πως όσοι "εξαφανίστηκαν", πήγαν στις πόλεις να ζήσουν το "Νεωτερισμό". Ποιος μπορεί όμως να πει με βεβαιότητα; Πάντως η κίνηση κοντά στο παλιό αρδευτικό κανάλι, δεν άλλαξε και ειδικά σαν πέφτει η σκοτεινιά.

Ωστόσο, το βράδυ αυτό, το φεγγάρι έστεκε περήφανο με όλη του την αίγλη. Λες και ο ήλιος είχε κάτσει λίγο να ξαποστάσει και το φως είχε κρυφτεί για μερικές στιγμές πίσω από μία αραχνοΰφαντη, σκούρα κουρτίνα. Ένα ασθενικό αεράκι περιέτρεχε τους κάμπους, μεταφέροντας στα πέρατα τη μεθυστική ευωδιά από τοπικά βοτάνια. Στον ουρανό, μερικά σύννεφα, στοιχισμένα το ένα πίσω από το άλλο, σαν καραβάνι που μετέφερε όνειρα, ακολουθούσαν υπνωτισμένα την απαλή εκείνη αύρα. Τμήματα γης, έπαιζαν κρυφτό με την ολόγιομη σελήνη, κρυβόμενα πίσω από το αιθέριο καραβάνι. Όχι ότι η πανσέληνος έδειχνε κανένα ενδιαφέρον για αυτά τα μέρη. Είχε ξαναδεί την εικόνα αυτή, μυριάδες φορές.

Στη στιγμή, ο αέρας δυνάμωσε αλλάζοντας κατεύθυνση, πετώντας τα σύννεφα εκτός πορείας. Λες και ο ουράνιος εξουσιαστής της νύκτας παραμέρισε μεμιάς τα αέρινα βαγόνια, για να παρακολουθήσει ένα πρωτόγνωρο θέαμα. Δύο κωνοειδείς δέσμες φωτός, ακολουθούσαν το μονοπάτι του επαρχιακού δρόμου, σαν να συναγωνίζονταν η μία την άλλη. Αν μπορούσες να αφουγκραστείς έστω και για λίγο, θα άκουγες το βρυχηθμό από κάποιο πολύ περίεργο ζώο. Έναν ήχο που έβγαινε πνιχτός, λες και το κρατούσαν φυλακισμένο μέσα σε ένα καλά κλεισμένο κουτί. Αλλά ο αγέρας είχε αρχίσει μία έντονη λογομαχία με τα σύννεφα και τα κλαδιά των δένδρων, αποδοκίμαζαν με κάθε επιταγή του, καλύπτοντας οποιονδήποτε άλλο ήχο.

Το φεγγάρι κοίταξε καλύτερα. Το λαμπερό του βλέμμα καθρεπτίστηκε αχνά πάνω σε 3 σκούρες μεταλλικές επιφάνειες που ακολουθούσαν κατά πόδας τα φώτα. Μία μικρή κίτρινη γραμμή αχνοφαινόταν στο μέσο της δεύτερης. Σαν παράλυτο χαμόγελο. Κάτι του θύμιζε... Ο δυνατός πλέον άνεμος, σκούπιζε τις γύρω εκτάσεις από το μαγευτικό άρωμα, δίνοντας την ευκαιρία στο λαμπερό, ολοστρόγγυλο φίλο του να καθαρίσει τις σκέψεις του. “Πανάθεμά με! Ταξί μες στα σκοτίδια της ερημιάς;” θα συλλογίστηκε εκείνος. Όμως οι σκέψεις του δε φτάνουν ποτέ στη γη και έτσι δε μπορεί κανείς να ξέρει… Μα η εικόνα σίγουρα δημιουργούσε έκπληξη.

Το όχημα συνέχιζε την πορεία του αδίαφορο. Μη δίνοντας καμία σημασία στα λακτίσματα του ανέμου που πάσχιζε με όλη του τη δύναμη να το προφτάσει. Να μάθει τι δουλειές είχε τέτοια ώρα σε έναν ξένο τόπο. Ο αναβάτης, ένας μεσήλικας με αραιά γκριζο-άσπρα μαλλιά, λιγοστά γένια λες και είχε αργήσει κάπως να ξυριστεί στην ώρα του, ένα μουστάκι που περιστοίχιζε το στόμα του και έφτανε στο ύψος του πηγουνιού του και γυαλιά σαν πάτους μπουκαλιού, ταξίδευε αμέριμνος. Τα χείλη του σιγοσφύριζαν έναν ρυθμικό σκοπό που το μυαλό του θα είχε ξεπατικώσει από κάπου. Ένας λαγός, σάστισε μπρος στο έξαφνο φως, αλλά δεν κοντοστάθηκε να μάθει τι πλάσμα ήταν δαύτο. Τον έφταναν τα δικά του. Κάμποσοι θάμνοι είχαν μαζευτεί στην άκρη του δρόμου, γνέφοντάς στον οδηγο με τη βοήθεια του αέρα να τους πάρει μαζί του. Μα εκείνος τους προσπερνούσε αγενώς. Το βλέμμα του παρέμενε καρφωμένο μπροστά.

Μία ανθρώπινη μορφή σάλεψε στην άκρη του δρόμου. Τα ρούχα του σκισμένα και βρώμικα. Μάλλον η ηλικία και δη τα γυαλιά του γερο-αυτοκινητιστή που πιθανώς αργότερα να ενέπνευσαν τον δημιουργό του “View Master”, δεν του επέτρεψαν να αντιδράσει γρηγορότερα. Σταμάτησε μερικά μέτρα παραπάνω. Άνοιξε την πόρτα, κατέβηκε με μία αστραπιαία κίνηση και φώναξε προς την κατεύθυνση του αγνώστου:

-”Όλα καλά;” Η δυνατή πνοή που λίγο νωρίτερα τσακωνόταν με τα σύννεφα, κόπασε έξαφνα. Σαν να κρατούσε την ανάσα της, παρακολουθώντας με αγωνία στον κινηματόγραφο, κάποια ταινία μυστηρίου.

-”Βοήθεια...”, ψέλλισε ο άνθρωπος στην άκρη του δρόμου. “Χρειάζομαι βοήθεια!”.

Ο κυριούλης έτρεξε κοντά του δίχως να χασομερήσει. “Μα τον Παντοδύναμο, είσαι πολύ χτυπημένος!”, αναφώνησε. “Τι σου συνέβη; Είναι κανένας άλλος μαζί σου;”

Δεν πήρε κάποια απάντηση. Μπροστά του, έστεκε με τα βίας ένα νεαρό παλικάρι. Δε θα ήτανε πάνω από 20 χρονών, αν και οι πολλές πληγές στο πρόσωπο και το σώμα, δε βοηθούσαν για οποιοδήποτε ασφαλές συμπέρασμα.

-”Δείχνεις σαν να πάλεψες να ξεφύγεις από συρματόπλεγμα φυλακής”, είπε ο γεράκος με στόμφο.

Ο νέος κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και στιγμιαία έχασε την ισορροπία του.

-”Ωπ, ωπ. Τώρα που σε βρήκα, δε θα μου πας πουθενά!, του αποκρίθηκε και έκανε να πιάσει το δεξί χέρι του τραυματισμένου αγνώστου για να το περάσει στους ώμους του. Τον ένιωσε να σφίγγεται. “Μήπως θα ήταν καλύτερα από το άλλο χέρι;”

Ο τραυματίας ανασήκωσε ξεψυχισμένα τους ώμους του, ή τουλάχιστον προσπάθησε και του έτεινε το αριστερό του χέρι. Δεν έδειξε να πονάει το ίδιο και έτσι υποβασταζόμενο, τον μετέφερε σιγά σιγά στο αυτοκίνητο. Τον βοήθησε να καθίσει, χωρίς να δίνει την παραμικρή σημασία για τα ρούχα του που είχαν λεκιάσει από αίμα. Ούτε και αν το κάθισμα δε θα καθάριζε ξανά. Έσπευσε στη θέση του, έδεσε τη ζώνη του και ξεκίνησε ακολουθώντας το ίδιο μονοπάτι.

Ο συνοδηγός του είχε σωριαστεί σε ημιξαπλωμένη θέση, με την όποια ζωτικότητά του να δείχνει πως τον εγκατέλειπε.

-”Δε θα κοιμηθείς! Θέλω να μου κρατήσεις παρέα!”, και η σταθερότητα στη χροιά του, σαν να έδωσε λίγη ζωντάνια στον μικρό. Πως αλλιώς να αποκαλέσεις κάποιον, δίπλα σε έναν 60άρη; “Έχεις δύναμη να μιλήσεις; Πως σε λένε;”, τον ρώτησε στον ίδιο τόνο;

-”Πρίνο!” αποκρίθηκε και ανακάθισε στη θέση του. “Εσένα;” του αντιγύρισε και ανασηκώθηκε αργά ολόκληρος, κατευθύνοντας το πρόσωπό του προς το μέρος του σωτήρα του.

-”Δαναό!”, απάντησε σε ήρεμο τόνο.

Μία περίεργη καταχνιά τύλιξε το αμάξι. Το αέρι εξαγριώθηκε, αλλάζοντας για μία ακόμη φορά κατεύθυνση. Φύλλα, μικρόκλαδα και σκόνες άρχισαν να βομβαρδίζουν ακατάπαυστα το παρμπρίζ. Χοντρές μαύρες σταγόνες έβαλαν σημάδι τα τζάμια ολόγυρα, γκρούβοντας την ορατότητα προς τα έξω. Λες και ξαφνικά κίνησε να βρέχει λάσπη παχύρρευστη. Παρόλο που τα λιγοστά συννεφάκια, λευκά ακόμη στο φως του φεγγαριού, είχαν λοξοδρομήσει και ξεμακρύνει.

Ο Δαναός πλησίασε κι άλλο στο τιμόνι. Όσο του επέτρεπε η ζώνη. Μερικές ακτίνες φωτός, σκαρφάλωσαν από το στέρνο του στο φουτρουνιασμένο κούτελο του. Οι ρυτίδες πάνω στο πρόσωπό του έγιναν πιο έντονες. Πιο τραχιές, θυμίζοντας φαράγγια στην επιφάνεια της σελήνης. Στο ημίφως, έμοιαζε πλέον με παππούς που τον περιέπαιζε ο χρόνος.

“Μα την μαύρη ώρα, αν δεν είναι ανήκουστο αυτό...”, μονολόγησε μισόκλεινοντας τα μάτια του, προσπαθώντας να εστιάσει στο δρόμο μπροστά. Παρά τα παράξενα εμπόδια. Το τροχοφόρο αναπήδησε ανεπαίσθητα και η πορεία του έγινε λίγο ατσούμπαλη. Στριγκοί ήχοι βάλθηκαν να πνίξουν το εσωτερικό του, σαν μικρά νύχια να χάρασσαν ανηλεώς το μεταλλικό κορμί του. Ο γερο-Δαναός έδειχνε να πασχίζει να δει που πηγαίναν, κάθε φορά που οι υαλοκαθαριστήρες άνοιγαν κάποιο κενό ανάμεσα στη λάσπη και τα φύλλα. Ο Πρίνος έστεκε με το σώμα του στυλωμένο πάνω στο κάθισμα σε όρθια θέση και το πρόσωπό του καρφωμένο στον συνταξιδιώτη του. Που και που αναπηδούσε ή κουνούσε πέρα δώθε, παραδομένος σε έναν υπνωτικό χορό που ακολουθούσε το μέτρο κάποιου άλαλου ανατολίτικου τραγουδιού. Κανείς τους δεν αντιλήφθηκε, ή δεν έδωσε σημασία στην ουσία που ξεπρόβαλε δειλά δειλά μέσα από τα πλαϊνά τζάμια και έρεε νωχελικά προς τα πόδια τους. Σαν να είχαν πέσει σε κάποιο ποτάμι και σκούρο πηχτό νερό να είχε βρει το δρόμο του μέσα στην καμπίνα του άμοιρου οχήματος. Μα ξέχωρα από μερικά πηγάδια που υπήρχαν στην περιοχή και φράζονταν καλά ώστε να μη βρεθεί κανείς στον πάτο τους, δε θα ‘βρισκες νερό, παρά σε καμία γούρνα. Εκτός και αν είχες τις αντοχές να ταξιδέψεις μέχρι την πέρα θάλασσα. Το σκουροκόκκινο βραδύρευστο υγρό έβρεχε κιόλας τα πόδια τους. Μικροσκοπικά πλοκάμια ξεπετάγονταν από μέσα του και γράπωναν στιβαρά τα μαύρα λουστρίνια που πίεζαν απαλά τα πετάλια, κρατώντας το αμάξι σε κίνηση. Αναρριχόταν, όπως ακριβώς τα σαλιγκάρια, πάνω στα πόδια του ανίδεου ταξιτζή, εναγγαλίζοντας παράλληλα τρυφερά τον ξυπόλητο συνεπιβάτη του.

Τα φανάρια που τους καθοδηγούσαν μέσα στην ύπαιθρο τρεμόπαιξαν και λίγες στιγμές αργότερα έσβησαν. Ακριβώς την ώρα που το “αγρίμι” το οποίο βρισκόταν “αιχμάλωτο” κάτω από το καπό, έπαψε να γρυλίζει. Το αμάξι σύρθηκε άψυχο στους αγρούς για λίγα μέτρα, μέχρι που παρέλυσε. Μπροστά του απλωνόταν ένα χαλί από κόκκινα χαμολούλουδα που πήραν να μαραίνονται. Ο Δαναός, γύρισε να αντικρύσει τον μυστήριο νέο ο οποίος είχε μείνει να τον κοιτάζει. Το πρόσωπό του είχε αλλάξει. Ήταν όμορφο και δεν υπήρχαν πλέον πληγές. Ούτε στο σώμα του. Τα ρούχα του, παλαιικά ακόμη και για την εποχή αυτή, όμως καθαρά και περιποιημένα. Σαν οι ματιές τους διασταυρώθηκαν, μία σκιά τύλιξε τα χείλη του Πρίνου και απλώθηκε σε όλο το πρόσωπό του. Οι κόρες των ματιών του έσβησαν. Άνοιξε το στόμα του. Με αλλόκοσμη φωνή, σαν να αναδυόταν από την πιο βαθιά και σκοτεινή καταβόθρα, τσίριξε: “Δεν έκλεψα ποτέεεε! Πλήρωσα τον έρωτααα…” και η απόκοσμη στριγγλιά του αντήχησε στους γύρω τόπους, παγώνοντας το χρόνο και κόβοντας το αίμα σε κάθε ζωντανό πλάσμα που βρισκόταν πολλές εκατοντάδες μέτρα τριγύρω. Στο γειτονικό χωριό, μικρά φώτα ξεπρόβαλαν. Δεν υπήρχαν λύκοι στη Γενάση. Ίσως τίποτα αγριόχοιροι, μα δεν τους είχαν ικανούς να βγάλουν τέτοιους ήχους. Κάποιοι πιο τολμηροί ξεπρόβαλαν στο κατώφλι του σπιτιού τους, ψάχνοντας για απαντήσεις. Κανείς δεν ήθελε να βρει το πρωί τα ζωντανά του κλεμμένα ή κατασπαραγμένα. Άλλοι, αρκέστηκαν στο να παραμερίσουν λίγο τις κουρτίνες τους και με τη βοήθεια του φεγγαρόφωτος, να προσπαθήσουν να καταλάβουν τι είχε συμβεί. Ο αγέρας συνέχιζε να σφυρίζει καθώς ταξίδευε μέσα από τις φυλλωσιές. Μα εκείνος ο ήχος ήταν διαφορετικός…

Η κυρα-Μελπομένη, μονάχη πλέον, αφού είχε χάσει τον άντρα της από εγκεφαλικό περίπου 2 χρόνια πίσω, ενώ και τα τρία παιδιά της είχαν φτιάξει τις ζωές τους στη μεγαλούπολη, δεν έκανε καμία κίνηση να σηκωθεί από το κρεβάτι. Δεν άνοιξε καν τα μάτια της. Αντίθετα, τα έσφιξε. Τα χείλη της σχημάτισαν ασυναίσθητα τη λέξη “Μάρμος” και το δεξί της χέρι, με μία απότομη κίνηση παρά την αδυσώπητη αρθρίτιδα, άρχισε να ψηλαφίζει τον κόρφο της. Μόλις το βρήκε, χώθηκε κάτω από τη νυχτικιά της και το κράτησε με δύναμη. Ήταν ένα σταυρουλάκι από Τίμιο Ξύλο, το οποίο είχε φέρει ένας πλανόδιος έμπορος από τα Ιεροσόλυμα και ο οποίος επισκεπτόταν το χωριό, μία φορά το μήνα. Η καρδιά της χτυπούσε ξέφρενα. Δεν ήταν για αγώνες δρόμου, στην ηλικία της. Δεν ολοκλήρωσε ποτέ το “Πάτερ Ημών”. Θα την έβρισκε το επόμενο πρωί η Μπόλενα, καθώς της πήγαινε λίγο φρέσκο γάλα για να κολατσίσει. Την αγαπούσε σαν θεία της. Μα από τους καλούς συγγενείς. Που θα διάλεγες ακόμη και αν σου δινόταν η ευκαιρία να το κάνεις.

Πίσω στο αμάξι, ο γεράκος είχε μείνει ανέκφραστος. Τα χέρια του είχαν αφήσει το τιμόνι και είχαν κρεμάσει στο πλάι. Το στοιχειό σίγησε και μονομιάς χίμηξε πάνω του με το στόμα του να ανοίγει διάπλατα και να αποκαλύπτει σειρές από μικρά διαβολικά σουβλιά. Στο βάθος του, σκοτάδι όπως καμία νυχτιά δεν είχε ματαδεί. Προσπάθησε να του δαγκώσει το πρόσωπο και να του ρουφήξει την ψυχή, μα μάλλον αστόχησε. Τέτοια θα ήταν η πείνα του. Με τα γαμψόνυχά του, μαύρα από το ξεραμένο αίμα άλλων θυμάτων, επιχείρησε να του ξεσκίσει τη σάρκα. Μα πέρασαν από μέσα του, βρίσκοντας μόνο κενό. Το παχύρευστο βαθυκόκκινο υγρό που πλέον είχε φτάσει μέχρι τα γόνατα του περίεργου ξένου, αποτραβήχτηκε μεμιάς. Πλάσματα σαν τον Πρίνο στη ζωή πέρα από το θάνατο, είναι βαπτισμένα στον τρόμο. Πως είναι δυνατό να τα φοβίσεις. Κι όμως... Στη θέση όπου μέχρι πριν από λίγο δέσποζαν τα γυαλιά με τους χοντρούς φακούς, πλέον υπήρχαν δύο τρύπες και μακριά μέσα τους σιγόφεγγε ένα ιριδίζων φως. Κάτι μικροσκοπικό κινήθηκε στο στόμιο της μίας και έπεσε στην ποδιά του Δαναού. Και άλλα ακολούθησαν, πλημμυρίζοντας το κάθισμα και τα πόδια του. Μικρά άσπρα σκουλήκια που σπαρταρούσαν και χτυπιούνταν. Και ολοένα μεγάλωναν, καθώς σέρνονταν πάνω σε κάθε επιφάνεια, πλησιάζοντας το Μάρμο. Το αερικό που στοίχειωνε το παλιό αρδευτικό κανάλι στα δυτικά των Καραλιών για πάνω από έναν αιώνα. Κολλούσαν πάνω του σαν βδέλλες και απομυζούσαν τη μαύρη ύπαρξή του. Κι εκείνος χτυπιόταν και στρίγγλιζε και ξεθώριαζε, μα τα ουρλιαχτά από τα ανεμοδαρμένα κλαδιά και φυλλώματα σκέπαζαν πλέον επιμελώς κάθε άλλο ήχο. Ο Δαναός έμεινε να κοιτάζει. Με κόγχες για μάτια, ένα απαίσιο βαθυγάλανο χρώμα στο βάθος τους που διαρκώς μεγάλωνε και ένα αυτάρεσκο χαμόγελο στο ρυτιδιασμένο πρόσωπό του.

Ο ήλιος σαν ξεπρόβαλε, βρήκε τα πάντα όπως τα είχε αφήσει, πέρα από τα κοκκινολούλουδα που πλέον “επέτρεπαν” στους αγρότες να οργώσουν όχι μόνο γύρω τους, αλλά και από πάνω τους.

Τα Κοκκινάνθη δε θα ξανανθίζανε μα ο θρύλος του Μάρμου θα συνεχιζόταν από εποχή σε εποχή. Τι ήταν αυτό το μιαρό όμως;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1