Τι σημαίνει “Αυτό ήταν. Τέλος!”. Όχι! Δεν το δέχομαι. Δε μπορεί να ήταν μόνο αυτό. Δε θα έπρεπε να είναι μόνο αυτό. Όλα τα ωραία πράγματα κάποτε τελειώνουν και παπαριές. ΠΑΠΑΡΙΕΣ! Τα ωραία πράγματα δε θα έπρεπε να τελειώνουν. Θα έπρεπε να κρατάνε για πάντα. Ή εστω να επιστρέφεις σε αυτά, όποτε θες.
Και αυτή η άσκηση, ποιος ο λόγος; Απλά για να είχαμε να λέγαμε; Αφού δε θα τα ξαναπούμε. Νομοτέλεια. Να πάει στα τσακίδια. Δεν τη γράφω!
Η Μία δε χόρταινε να κοιτάζει τα πρόσωπά τους. Χαμογελαστά, λαμπερά, ευτυχισμένα. Ήταν όλοι τους εκεί. Όλοι οι αγαπημένοι της, καθισμένοι γύρω από το τραπέζι. Το δείπνο είχε από ώρα τελειώσει, μα δεν έλεγαν να αλλάξουν θέση.
Γύρω τους έτρεχαν τα ανιψάκια της. Δεν ήξερε τι έκανε πιο πολλή φασαρία. Τα μικρά ή τα γέλια και οι συνομιλίες των μεγάλων, μα απολάμβανε κάθε στιγμή.
Τα φώτα του σπιτιού αναβόσβησαν στιγμιαία, μα δε φάνηκε να σκιάξαν κανέναν. Παρά μόνο τη Μία, που κοίταξε με απορία το φωτιστικό στο ταβάνι.
Δεν την γράφω και σταμάτα να σκέφτεσαι. Λαλαλαλαλαλαλα! Σταμάτα είπα! Πωωωω, κακός μπελάς μας βρήκε. Αντί να σκέφτομαι πως θα γράψω την ιστορία με το “Απόλυτο κακό”, το μυαλό μου φτιάχνει πλεξούδες με αφηγηματικές γραμμές και μαλακίες;
Σκατά! Αν δεν είχα μπει σε αυτό το τελευταίο μάθημα, απλά θα είχα μείνει με την ανάμνηση και ίσως λίγο πιο ήσυχος. Άντε τώρα να ξαπλώσεις και να κοιμηθείς. Καλά κρασιά…
Το φως αναβόσβησε ακόμη μία φορά, παγώνοντας τους πάντες. Το πρόσωπο της Μία σκοτείνιασε. Ξανακοίταξε το φως στο ταβάνι. “Να με συγχωρέσετε. Επιστρέφω αμέσως!”, είπε στους καλεσμένους της και σηκώθηκε. Απέφυγε τα μικρά που έστεκαν μέσα στη μέση και ανέβηκε τις εσωτερικές σκάλες προς τον επάνω όροφο.
Η φασαρία από κάτω είχε σιγήσει. Άνοιξε μία πόρτα και μπήκε. Το δωμάτιο ήταν ευρύχωρο. Απέναντι έστεκε το μεταλλικό κρεβάτι της με τα τούλια κρεμασμένα ολόγυρα. Στο πλάι, δίπλα στο παράθυρο, το ροζ σεκρετέρ με το ζωγραφιστό τριανταφυλλάκι. Στον πέρα τοίχο, μία βιβλιοθήκη.
Στάθηκε μπροστά της. Αναζήτησε κάτι κατά μήκος των ραφιών. Βρήκε και τράβηξε ένα λεπτό βιβλιαράκι και άρχισε να το ξεφυλλίζει.
Σκατά! Μου φαίνεται πως δεν πρόκειται να ηρεμήσω. Πωωω ρε μπελάς που μας βρήκε. Ωραία. Έστω ότι γράφω κάτι, να γράψω τι; Πάντως αν γράψω, θα το κάνω αφού τελειώσω την άλλη ιστορία. Έχω και προθεσμία μέχρι την 1η Μαΐου.
Εντάξει. 10 λεπτά και μετά ύπνος. Είναι και η αυριανή μέρα, αγγουράκι. Λοιπόν! Πλεξούδες. Δύο ιστορίες που περιπλέκονται. Χμμμ. Να έχουν ίσως κάποιο κοινό νόημα. Νόημα. Να γράψω για το Χριστό, μέρες που είναι. Για την αχαριστία.
Όχι δεν είμαι αχάριστος. Απλά ήθελα και άλλο. Δεν ήμουν έτοιμος να τελειώσει αυτό το Συνεργείο. Μέσα στο μήνα, θα έχω γυρίσει στην παλιά καλή ρουτίνα που θα γράφω 1-2 φορές το χρόνο. Και με τις νέες υποχρεώσεις και αυτό επιτυχία θα είναι.
Όχι, ήταν ωραία. Ναι! Μακάρι να κρατούσε πιο πολύ. Όλα τα όμορφα πράγματα θα έπρεπε να κρατάνε όσο ήθελες εσύ.
Το βιβλίο στο εξώφυλλο έγραφε: “10 ξόρκια για το πως θα παγώσετε το χρόνο”. Τα φώτα ξανάσβησαν, μα στην επιστροφή τους, έπνιξαν το δωμάτιο σε μία εκτυφλωτική λάμψη. Ένα μακρινό, επαναλαμβανόμενο μπιπ πήρε να ακούγεται. Στο βάθος, κάποιες φωνές. Δεν ήταν των δικών της. Έμοιαζαν πολύ ανήσυχες.
Η Μία έσφιξε τα χαρακτηριστικά του προσώπου της και η λάμψη υποχώρησε. Έφερε πιο κοντά της τη σελίδα που είχε επιλέξει και άρχισε να διαβάζει δυνατά, σε λυρικό ρυθμό. Τα φώτα αναβόσβησαν ακόμη μία φορά. Ένα πράσινο υγρό άρχισε να κυλάει από την κορυφή των τοίχων του δωματίου.
Δεν έδωσε σημασία. Συνέχισε να διαβάζει στο ίδιο μοτίβο και να κουνάει το χέρι της πέρα δώθε. Μία απαλή αύρα την τύλιξε. Τα μαλλιά και τα ρούχα της άρχισαν να χορεύουν. Σύντομα απλώθηκε σε όλο το δωμάτιο. Το πράσινο υγρό πάγωσε στη θέση του.
Το τραγούδι της είχε τελειώσει. Κοίταξε γύρω της και έγνεψε καταφατικά. Έπειτα έχωσε πάλι το βιβλίο πίσω στη θέση του και επέστρεψε στο ισόγειο.
Ήταν όλοι οι αγαπημένοι της εκεί. Καθισμένοι γύρω από το τραπέζι. Τα πρόσωπά τους χαμογελαστά, λαμπερά, ευτυχισμένα.
Ένα μακρόσυρτο μπιπ διατρύπησε το θόρυβο από τα γέλια και τις συνομιλίες τους. Κανείς δεν έδειξε να δίνει σημασία. Το συνόδευσε μία αχνή λυπημένη φωνή, που ακούστηκε να λέει: “Ώρα θανάτου 23:36. Αιτία: Ανακοπή καρδιάς.”
Πήρε και πάλι θέση στην κορυφή του τραπεζιού. Το πρόσωπό της άστραφτε. Γύρω τους έτρεχαν τα ανιψάκια της.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου