Η μετάβαση

Ο σκοτεινός πολεμιστής κείτοταν νεκρός. Λίγο πιο πέρα ο Φένθορ, ξαπλωμένος μέσα σε μία λίμνη από αίμα. «Ώστε έτσι τελειώνει;» ψιθύρισε και έσφιξε το σφυρί του με δύναμη. Σαν να μην ήθελε να παραιτηθεί από τη ζωή. Οι δυνάμεις του όμως τον είχαν εγκαταλείψει. Ένα μυστηριώδες ρίγος τον διαπέρασε. Ξάφνου, ένιωσε το κορμί του να τυλίγεται στις φλόγες. Η φωτιά κατασπάραζε με μανία τη σάρκα του. Όμως δεν υπήρχε πλέον πόνος. Δεν υπήρχε άλλη δύναμη να φωνάξει. Να κλάψει για τη ζωή του που τόσο άδικα σπαταλήθηκε. Και η ματιά του έγινε σκοτεινή. Σύντομα βρέθηκε ξαπλωμένος σε μία τεράστια χιονισμένη πεδιάδα. Το χιόνι που έπεφτε ακατάπαυστα, τον είχε σχεδόν σκεπάσει. Το φως του ήλιου πνιγμένο πίσω από σκούρα γκρίζα σύννεφα. Η παγωνιά, μπορούσε να λυγίσει ακόμα και τους γίγαντες του χιονιού. Και μόνο ένα κουρέλι, να τον προστατεύει από το κρύο. Στο βάθος υψωνόταν μία τεράστια φλόγα. Τίποτα δε φαινόταν λογικό. Σηκώθηκε και άρχισε να περπατά προς την κατεύθυνσή της. Η απόσταση δε φαινόταν να μικραίνει. Το σώμα του άρχισε να μουδιάζει από την απόκοσμη παγωνιά. Άνοιξε το βήμα του. Σύντομα, έτρεχε με όλες του τις δυνάμεις. Ο χρόνος φαινόταν να μην έχει καμία επίδραση σε αυτό τον καταραμένο κόσμο. Μπορεί να έτρεχε για μέρες ή ακόμα και για αιώνες. Τίποτα δεν άλλαζε. Σταμάτησε. Ήταν πλέον ανώφελο. «Μία αιωνιότητα σε αυτόν τον τόπο;» αναρωτήθηκε. Μία λέξη γλίστρησε από τα χείλη του. «Κόλαση». Γονάτισε πάνω στο χιόνι και έθαψε το πρόσωπό του βαθιά, μέσα στα χέρια του.
«Έλα στη συντροφιά μας» τον κάλεσε μία βαρύγδουπη φωνή, που αντηχούσε στην απεραντοσύνη του κόσμου εκείνου. Σήκωσε το βλέμμα του. Μπροστά του υψωνόταν η τεράστια φλόγα και γύρω της κάθονταν 6 πολύ περίεργα πλάσματα. Γίγαντες όλοι τους. Ένα από αυτά θα στεκόταν σίγουρα πάνω ακόμα και από τα 4 μέτρα. Ένα πελώριο σπαθί ξεχώριζε ανάμεσα στις χρυσαφένιες φτερούγες του, οι οποίες θα μπορούσαν να αγκαλιάσουν ακόμα και το φεγγάρι.
«Μπορείς να ξαποστάσεις για λίγο στη φωτιά μας» ακούστηκε η ίδια φωνή. Η γλώσσα άγνωστη – πως ήταν ποτέ δυνατό να καταλάβει αυτή τη φωνή αφού μετά βίας μπορούσε να προφέρει μία δύο λέξεις στη γλώσσα της Λόριεν – και όμως τόσο οικεία. Υπήρχε μία ευγένεια στη χροιά της που έδιωχνε κάθε φόβο και έγνοια. Ακόμα και το ψύχος.
Το πρόσωπο ενός ακόμα πλάσματος ξεχώρισε αχνά πίσω από τις φλόγες. Τα βλέμματά τους διασταυρώθηκαν. Τα μάτια του σαν ακτίνες, στιγμιαία διαπέρασαν την ψυχή, τις σκέψεις, ολόκληρο το είναι του Φένθορ. Ο «μικρός» άνθρωπος σάστισε. Χαμήλωσε και πάλι το βλέμμα του μη μπορώντας να αντικρύσει άλλο το πλάσμα αυτό. Όχι όμως από φόβο, αλλά από δέος.
Μία δεύτερη φωνή ακούστηκε. «Μπορείς να σταθείς δίπλα μου». Ο Φένθορ σήκωσε το βλέμμα του προς το μέρος της δεύτερης φωνής. Ένα πλάσμα με πύρινα μαλλιά και φτερούγες και δέρμα σαν το χρωματισμό που κάνει το φεγγαρόφως πάνω στις λευκές αμμούδινες πεδιάδες της Άναροκ, τον κάλεσε κοντά του. Το πρόσωπό του αν και έμοιαζε με ανθρώπου, το στόλιζαν 2 ευγενή, ρουμπινένια μάτια. Το πλάσμα έγνεψε αυτή τη φορά το κεφάλι του, καλώντας τον κοντά του για ακόμα μία φορά. Η παγωνιά είχε αρχίσει και πάλι να γίνεται αισθητή. Ο Φένθορ πλησίασε  διστακτικά, προσπαθώντας να «κλέψει» λίγη από τη ζεστασιά της συντροφιάς. Νεκρική σιγή τύλιξε την πλάση. Στάθηκε δίπλα στο πλάσμα, όπως αυτό του είχε προτείνει. Το βλέμμα του καρφωμένο χαμηλά, στο χιόνι που τύλιγε τη φωτιά. Μία μόνο σκέψη βασάνιζε πλέον το μυαλό του. «Άξιζε τον κόπο;». Έσφιξε τις γροθιές του, δίνοντας μάχη με τα συναισθήματά του. Σύντομα όμως η υπερηφάνεια επανήλθε πάλι στο πρόσωπό του, θάβοντας πίσω από τα μάτια του τον πόνο. Ήξερε την απάντηση εξαρχής. Με περίσσια αποφασιστικότητα, πρότεινε τα χέρια του για να «κλέψει» λίγη ακόμα από τη ζεστασιά της φλόγας. Μία περίεργη θέρμη, ένιωσε να μεγαλώνει μέσα στο στέρνο του. Όλα γύρω του πάγωσαν. Νιφάδες χιονιού έπλεαν ακίνητες στο κενό. Η φλόγα έμοιαζε με γλυπτό κάποιου τρελού μάγου. Ή μήπως ήταν όλα στο μυαλό του. Έξαφνα, ολόκληρη η πλάση σείστηκε. Σαν να φώναξαν όλες οι νιφάδες του χιονιού, κάθε πύρινη γλώσσα μαζί, κάθε κομμάτι του κόσμου εκείνου με μία φωνή:
-Αρκετά.
Ο Φένθορ με αστραπιαία αντανακλαστικά τράβηξε τα χέρια του από τη ζέστη της φωτιάς. Μέσα από τις φλόγες, ξεχώρισαν και πάλι τα μάτια του έβδομου πλάσματος.
«Είναι ώρα να φύγεις» ακούστηκε ξανά η γνώριμη πλέον, πρώτη φωνή.
Έμοιαζε με προσταγή. «Μήπως είχε φερθεί άπρεπα;». Προσπάθησε να ζητήσει συγγνώμη για την απληστία του.
-Σας παρακαλώ, αφήστε με να μείνω λίγο ακόμα δεν ήθελα να…
Η φωνή του έσβησε. Ήξερε πως δε θα άλλαζε κάτι και γι’ αυτό σταμάτησε.
«Έχεις μακρύ δρόμο ακόμα ταξιδιώτη» ακούστηκε για τελευταία φορά εκείνη η βαριά φωνή.

Η ματιά του έγινε και πάλι σκοτεινή. Σταγόνες βροχής άρχισαν να σημαδεύουν ανελέητα το πρόσωπό και το σώμα του. Κάποιες φωνές, προσπαθούσαν να διαπεράσουν το δυνατό ήχο που έκανε η βροχή καθώς έπεφτε πάνω σε καλάμια. Η θέρμη στο στέρνο του μεγάλωνε. Ησυχία.

Σημείωση: Το συγκεκριμένο κομμάτι, είναι τμήμα μίας περιπέτειας που ξεκίνησα να γράφω το 2005. Δείχνει την έκβαση της μάχης ενός εκ των κεντρικών ηρώων της ιστορίας (του Φένθορ, ενός πολεμιστή από τη φυλή των ανθρώπων που ειδικεύεται στην πολεμική σφύρα - το αγαπημένο όπλο της φυλής των νάνων - και τη μάχη σώμα με σώμα και με έναν αυστηρό κώδικα ηθικής), με μία "σκοτεινή" οντότητα που φέρεται να είναι η προσωποποίηση του ίδιου του εαυτού του. Περισσότερες λεπτομέρειες, θα ήταν κατά της πλοκής της ιστορίας...

Τον Ιούλιο του 2014, το παρόν κομμάτι επελέγη να δημοσιευθεί στο Κυπριακό λογοτεχνικό περιοδικό "Άνευ". 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1