Οι Στρατιές της Φωτιάς

Ανοίγω τα μάτια μου σε ένα πέτρινο δωμάτιο που δε μου λέει τίποτα. Ένα τρεμάμενο φως, αποδιώχνει το σκοτάδι. Μοιάζει με εργαστήρι κάποιου περασμένου αιώνα.

Είναι λες και το έχει χτυπήσει τυφώνας. Έπιπλα άνω κάτω. Βιβλία πεταμένα εδώ κι εκεί. Το πάτωμα γεμάτο γυαλιά. Πάνω στους πέτρινους τοίχους, παράξενες ακίνητες σκιές. Σαν τοιχογραφίες από κάρβουνο. Ήχοι από σταγόνες νερού που πέφτουν από ύψος. Μυρωδιά κλεισούρας. Μούχλας.

Ένας θόρυβος σαν ουρλιαχτό αγέρα, δραπετεύει μέσα από την ξύλινη πόρτα. Πλησιάζω. Γυρίζω το χερούλι. Τρίζει. Η πόρτα ανοίγει διάπλατα.

Το θέαμα δε μου κάνει εντύπωση. Το δωμάτιο πλέει στο κενό. Γύρω του διάσπαρτα, σκαλοπάτια και μικρότερα τμήματα από πέτρα. Μικροσκοπικά φώτα σε απόσταση. Λες και πετάμε στα άστρα.

Ονειρεύομαι ή έχω πεθάνει, σίγουρα. Τσιμπιέμαι. Όχι, είμαι ζωντανός!

Στρέφω το βλέμμα μου και πάλι στο χώρο. Ένας χρυσός καθρέπτης, ξεχωρίζει στον πέρα τοίχο. Το μόνο αντικείμενο που στέκει ακόμη όρθιο.

Διασχίζω το δωμάτιο. Το είδωλό μου αρχίζει να φαίνεται μέσα του. Φοράω το πρόσωπο ενός γέρου και όμως δε νιώθω έτσι.

Η ανάσα μου αποκαλύπτει κάτι γραμμένο πάνω του. Κοιτάζω καλύτερα. “Τσέπη”. Ψαχουλεύω τα ρούχα μου. Βρίσκω ένα χαρτάκι με περίεργα σύμβολα. Κι όμως τα καταλαβαίνω.

Αρχίζω να τα διαβάζω, δυνατά. Το πλαίσιο του καθρέπτη, τυλίγεται σε φωτεινή ενέργεια. Η επιφάνεια γεμίζει κυματισμούς. Μου φαίνεται τόσο οικείο.

Μία εικόνα παίρνει να διακρίνεται. Ψηλά κτίρια. Δρόμοι γεμάτοι οχήματα. Πεζοδρόμια σφύζουν από ανθρώπους που περπατάνε προς τη μία ή προς την άλλη κατεύθυνση.

Από κάτω, ένα δαιδαλώδες δίκτυο από υπονόμους. Πιο βαθιά, πέτρινες στοές. Ερείπια. Μάλλον το δωμάτιο που βρίσκομαι ήταν τμήμα τους.

Στην επιφάνεια, όλα έδειχναν ήρεμα. Η ζωή κανονική. Ο ήλιος έλαμπε.

Ένας ήχος από βούκινο, όχι από σάλπιγγα, αντήχησε από ψηλά. Στη στιγμή, ο ουρανός ντύθηκε με σκούρα σύννεφα. Βλέμματα έκπληκτα, στράφηκαν προς τα πάνω.

Ένα δεύτερο σάλπισμα. Αέρας δυνατός. Κλαδιά λύγισαν. Ταμπέλες ταρακουνήθηκαν. Χαρτιά και σακούλες πέταξαν πέρα. Κόσμος σφίχτηκε στα ρούχα του.

Σάλπισμα τρίτο. Ο ορίζοντας ντύθηκε στο χρώμα της φωτιάς. Αυτοκίνητα σταμάτησαν. Άνθρωποι σαστισμένοι. Κόρνες.

Ακόμη ένα. Το τέταρτο. Βροχή. Βήμα γοργό. Αναστάτωση.

Ξανά ο ίδιος ουράνιος ήχος. Πιο έντονος. Η βροχή έγινε κόκκινη. Σαν αίμα. Όχι, όχι! Δεν έμοιαζε με αίμα. Ήταν αίμα. Έβαψε ρούχα, πρόσωπα, τζάμια. Πανικός. Άνθρωποι ποδοπατήθηκαν. Αυτοκίνητα συγκρούστηκαν.

Έκτο σάλπισμα και μία τεράστια μαύρη τρύπα, εμφανίστηκε μέσα στα σύννεφα. Έμοιαζε με απύθμενο πηγάδι. Μέσα της κάτι περίεργο περιδινιζόταν. Στο βάθος αχνοφαινόταν ένα ιριδίζον φως που ολοένα και δυνάμωνε.

Συγκεντρώνομαι στο εσωτερικό της για να δω καλύτερα. Στο μυαλό μου ακούω ψιθύρους. Σαν μία επίκληση σε κάποια άγνωστη, τρομακτική γλώσσα.

Η αίσθηση γνωστή. Κάτι μου θυμίζει. Κάτι άσχημο. Κάτι διαβολικό. Παγώνω. Η ανάσα μου κόβεται. Πισοπατάω. Χάνω την ισορροπία μου. Πέφτω άτσαλα πάνω στα θρύμματα.

Το έντρομο βλέμμα μου καρφωμένο πάνω στον καθρέπτη που πλέον έχει γυρίσει στην αρχική του κατάσταση. Πασχίζω να ανακαλέσω οτιδήποτε από την ανατριχιαστική αυτή αίσθηση. Στο μυαλό μου, ένα κενό.

Αποστρέφω το βλέμμα μου. Ένα πακέτο τσιγάρα, μου τραβάει την προσοχή. Το παίρνω στα χέρια μου. Μέσα έχει ένα τελευταίο κι έναν αναπτήρα.

Το βάζω στα χείλη μου. Τσαχτίζω για να τ’ ανάψω, μα δε μου κάνει τη χάρη με την πρώτη. Δύο προσπάθειες ακόμη και τα καταφέρνω. Τραβάω μία δυνατή ρουφηξιά και κλείνω τα μάτια μου.

Καπνίζω; Μάλλον ναι. Ο καπνός με ηρεμεί. Προσπαθώ να ανασύρω οποιαδήποτε θύμηση. Τίποτε…

Ανοίγω τα μάτια μου. Κοιτάζω τον καθρέπτη. Τον πλησιάζω και πάλι. Διαβάζω για δεύτερη φορά το μυστήριο σημείωμα. Η εικόνα επανέρχεται.

Με ταξιδεύει μία ακόμη φορά, κάτω από την επιφάνεια της γης. Μέσα σ’ εκείνα τα ερείπια. Μία ξύλινη πόρτα. Γυρίζω πίσω μου. Ναι, αυτή είναι.

Το δωμάτιο! Όλα είναι στη θέση τους. Ένας τύπος διαβάζει κάτι. Μουρμουρίζει σε έναν μυσταγωγικό ρυθμό. Εγώ είμαι αυτός! Δεν είμαι γέρος.

Η έβδομη σάλπιγγα ήχησε. Έστρεψα το βλέμμα μου ψηλά. Αναστάτωση. Το βιβλίο μου έφυγε από τα χέρια. Το ξανάπιασα. Οι κινήσεις μου έγιναν άτσαλες. Έψαξα γρήγορα τη σελίδα.

Συνέχισα την ψαλμωδία μου. Σύμβολα εμφανίστηκαν μπροστά μου γύρω από έναν χρυσό κύκλο. Στο κέντρο ένα τρίγωνο.

Μαύρος καπνός ξεπήδησε κάτω από την πόρτα. Δεν τον πήρα χαμπάρι. Έριξα κάτι σε ένα μαγγαλάκι δίπλα μου. Φωτιά υψώθηκε στιγμιαία ίσαμε το ταβάνι. Δεν τρόμαξα. Συνέχισα.

Ο καπνός άρχισε να παίρνει τη μορφή περίεργων πλασμάτων. Τρία. Τέσσαρα. Έξι. Στην αρχή έμοιαζαν με ανθρώπους. Μα κάποια είχαν μαύρο δέρμα, άλλα κέρατα και άλλα πύρινα μάτια.

Τα αντιλήφθηκα καθώς με πλησίαζαν. Ο ψαλμός μου έγινε πιο γρήγορος. Πήρα ένα μαχαίρι και χάραξα τη δεξιά μου παλάμη. Έσταξα το αίμα μέσα στο μαγγάλι.

Κοιτάζω μέσα της. Δεν υπάρχει ουλή. Περίεργο. Επιστρέφω στην εικόνα του καθρέπτη.

Ένας στρόβιλος με τύλιξε. Δυνάμωσε. Τα πάντα παραδόθηκαν στο ρυθμό του. Ήμουν ασφαλής, μέσα του.

Συνέχισα. Μία μικρή λάμψη εμφανίστηκε μέσα στο μαγγαλάκι. Μήπως ακούστηκε ένα ανεπαίσθητο τσαφ ή όχι; Έπρεπε να είναι εκεί;

Ακολούθησε έκρηξη φωτός. Με πέταξε πίσω. Συμπαρέσυρε τα πάντα μέσα στο δωμάτιο. Τα πλάσματα χτύπησαν με φόρα πάνω στην πέτρα. Διαλύθηκαν. Έγιναν ασάλευτες σκιές.

Η διανόησή μου επιστρέφει πίσω στο τώρα. Με έντονη ανησυχία παρακολουθώ τα μελλούμενα. Τι πρόκειται να έρθει.

Τον κόσμο να χαροπαλεύει ανάμεσα στο σκοτάδι και τη φωτιά. Εγώ αναίσθητος να πλανόμαι στην αστρική διάσταση. Να έχω αποτύχει. Τα μαλλιά μου να έχουν ασπρίσει. Το πρόσωπό μου να έχει γεράσει. Να μην έχω καμία ανάμνηση για ότι θα με οδηγήσει εκεί. Παγιδευμένος σε έναν αέναο κύκλο επαναλαμβανόμενων γεγονότων, έξω από το χρόνο.

Όχι! Δε μπορεί να είναι αυτό το μόνο μέλλον.

Κάτι δε θα πάει καλά. Πρέπει να βρω τι λάθος πρόκειται να κάνω. Πρέπει να ολοκληρώσω την τελετουργία σωστά. Να σφραγίσω το “Στόμα του Αζώθ” και να αποτρέψω τον “Μεγάλο Κατακλυσμό” που έρχεται.

Αλλιώς ο κόσμος θα καταστραφεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Και πολύ φοβάμαι ότι η μοίρα που του επιφυλάσσω εγώ, είναι πολύ χειρότερη από αυτή που του φυλούν οι “Στρατιές της Φωτιάς”.

Θα περιμένω να ξυπνήσει ο εαυτός μου και πάλι. Να ξαναδω με προσοχή όλες τις σκηνές που πρόκειται να ακολουθήσουν. Κάποια λεπτομέρεια μου ξεφεύγει. Δεν έχω πολύ χρόνο. Η πρώτη σάλπιγγα θα ηχήσει σύντομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1