Μυστηριώδης γη

Εισαγωγικό

Ένα μυστηριώδες ναυάγιο. 3 ναυαγοί χωρίς καμία ανάμνηση. Ένας τόπος άγνωστος. Κάθε βήμα τους σε εκείνον τον τόπο, γεννούσε περισσότερα ερωτηματικά. Ποιοι ήταν, πως βρέθηκαν εκεί, τι ήταν αυτό το μέρος, πως μπορούσαν να φύγουν;

Κάποιες φορές, είναι καλύτερα να ζεις μέσα σε ένα ψέμα...

Επεισόδιο 1ο
Ο ήλιος σκαρφάλωνε νωχελικά στο γαλανό θόλο. Η θέση του, μαρτυρούσε πως η νύκτα είχε παραχωρήσει τη θέση της στην ημέρα, λίγες ώρες νωρίτερα. Ένα δροσερό αεράκι μετέφερε τη θαλασσινή αύρα προς τα ενδότερα του τόπου εκείνου, καθώς το κύμα χαΐδευε απαλά την ακροθαλασσιά. Η ακτή, μόνο μερικές εκατοντάδες πόδια μήκος, περιστοιχιζόταν από δύο μικρούς λόφους που υψώνονταν σαν οχυρό προς τη μεριά της θάλασσας. Κοφτερά βράχια που έντυναν τους λόφους από πάνω μέχρι κάτω και άλλα που ξεπηδούσαν μέσα από τη θάλασσα, έμοιαζαν με πολεμίστρες, που μάχονταν να κρατήσουν μακριά κάθε επίδοξο ταξιδευτή.

Οι πρωινές ακτίνες του ήλιου γίνονταν μάρτυρες ενός σκηνικού ναυαγίου. Κομμάτια ξύλου, άλλα μικρότερα και άλλα μεγαλύτερα, κείτονταν καθ’ όλο το μήκος της ακτής. Θρύμματα και λιγοστά μικροαντικείμενα ακολουθούσαν τον κυματισμό της θάλασσας, προσθέτοντας στο σκηνικό αυτό. Το μισοβυθισμένο σκαρί ενός πλοίου, όχι πολύ μακριά από την ακτή, μαρτυρούσε την τραγική κατάληξη του τελευταίου του ταξιδιού.

Μία φιγούρα σάλεψε στην άκρη της θάλασσας. Τα μάτια πονούσαν, καθώς αντίκριζαν διστακτικά το λαμπερό πρόσωπο του ήλιου. Το αλάτι της θάλασσας και η άμμος που είχε συσσωρευτεί στις άκρες τους, όξυνε τον πόνο. Με το χέρι, προσπάθησε να καθαρίσει τα μάτια και το πρόσωπο, όμως η άμμος κάλυπτε σχεδόν κάθε σπιθαμή του σώματος. Η φιγούρα ανακάθισε στα γόνατα. Μακριά μαλλιά κύλισαν με φόρα στην πλάτη του πλάσματος. Μετά βίας μπορούσε κανείς να ξεχωρίσει το ανοιχτό τους χρώμα, αφού η θάλασσα και η άμμος τα είχαν πλέξει με τον πιο ατημέλητο τρόπο. Το κουφάρι του πλοίου τράβηξε αμέσως την προσοχή του. Έμοιαζε γνώριμο, όμως δεν είχε κάποια ανάμνηση από την προηγούμενη ημέρα. Κοίταξε τριγύρω σαστισμένα. Περιεργάστηκε για λίγο το μέρος προσπαθώντας να ανακαλέσει οτιδήποτε στη μνήμη του, αλλά προσέχοντας παράλληλα για εν δυνάμει κινδύνους. Ένστικτο επιβίωσης ή τρόπος ζωής;

Ένα σώμα ναυαγού ξεχώριζε να παραδέρνει πάνω στα βράχια προς την αριστερή πλευρά της παραλίας.  Έγνεψε το κεφάλι αρνητικά. «Μάλλον δεν τα κατάφερε», σκέφτηκε. Έπρεπε όμως να πάει κοντά. Να δει με τα ίδια του τα μάτια. Υπήρχε κάποια πιθανότητα να ήταν ακόμη στη ζωή. Ίσως έστω να έκρυβε ένα στοιχείο. Κάποια ανάμνηση. Σηκώθηκε με κατεύθυνση το σημείο εκείνο. Ένας όγκος από φύκη που είχε ξεβράσει η θάλασσα λίγα μέτρα πιο πέρα, του κίνησε την περιέργεια. Μία πιο προσεκτική ματιά, αποκάλυπτε ένα ανθρώπινο χέρι να χάνεται κάτω από την πυκνή εκείνη μάζα. «Ναι», ήταν σίγουρα ανθρώπινο χέρι. Με ένα άλμα, βρέθηκε δίπλα στο σωρό και άρχισε με μανία να αφαιρεί τα φύκη. Σύντομα, αποκαλυπτόταν ένα ανθρωπόμορφο σώμα ξαπλωμένο μπρούμυτα πάνω στην υγρή άμμο. Ένα απλό συνηθισμένο παντελόνι, κάλυπτε την περιοχή κάτω από τη  μέση, ενώ την πλάτη διέτρεχαν φύκη και άμμος. Η ανάσα του αδύναμη, όμως ήταν ζωντανός. «Φίλος ή εχθρός», αναρωτήθηκε στιγμιαία το πρώτο πλάσμα. Δεν άφησε άλλο χρόνο να κυλήσει και προσπάθησε να γυρίσει το σώμα ανάσκελα. Η μυώδης πλάτη, αλλά και ο συνολικός όγκος του δευτέρου ναυαγού δικαιολογούσαν την προσπάθεια που χρειάστηκε να καταβάλει το πρώτο πλάσμα, για να τον γυρίσει. Λίγη ώρα μετά, αποκαλυπτόταν ένας πολύ όμορφος νεαρός άνδρας. Το πρόσωπο του, ήρεμο όπως ήταν και παρόλη την άμμο που το κάλυπτε, ανάβλυζε μία γαλήνη σχεδόν μαγική. Το πρώτο πλάσμα όμως, δεν άφησε τα συναισθήματά του να το ξεγελάσουν. Δε γνώριζε ακόμη αν επρόκειτο για φίλο ή εχθρό. Γοργά, αναζήτησε σημάδια ή τατουάζ στο σώμα του ξένου που θα μπορούσαν να του προσφέρουν λίγα στοιχεία περισσότερα απ’ ότι το άγνωστο εκείνο πρόσωπο.
«Τίποτα!».

«Τσέπες», σκέφτηκε. Όμως, το κομμάτι υφάσματος που μετά βίας κάλυπτε τα πόδια του λιπόθυμου ναυαγού μέχρι και λίγο πιο κάτω από τα γόνατά του, θα έλεγε κανείς πως έμοιαζε περισσότερο με πυτζάμα. «Ή καλύτερα με τσουβάλι που έφερνε σε κάτι σαν παντελόνι», σκέφτηκε σε δεύτερο χρόνο κι ένα αίσθημα απαξίωσης την κατέκλυσε. Μάλλον, οι στιγμές που είχαν προηγηθεί του ναυαγίου, θα είχαν πιάσει απροετοίμαστο το συγκεκριμένο, αναλογίστηκε.

Έπρεπε να τον ξυπνήσει! Θα έπαιρνε όμως πρώτα προφυλάξεις. Αναζήτησε γρήγορα με τα μάτια, 2 μεγάλα κομμάτια ξύλου από τα υπολείμματα του ναυαγίου. Έπρεπε παράλληλα να προσέχει τον ξένο μήπως ωστόσο ξυπνούσε. Δεν ήθελε δυσάρεστες εκπλήξεις…

Δεν ήταν πολύ δύσκολο να τα εντοπίσει. Χρειαζόταν ακόμη και μερικές πέτρες. «Πφφφφ…», δεν είχε χρόνο. Ο ξένος μπορεί να ξυπνούσε από στιγμή σε στιγμή. Έτρεξε να φέρει γρήγορα τα 2 ξύλα. Το μικρόσωμο καλούπι του, δεν του επέτρεπε να φέρει εύκολα σε πέρας ενέργειες που απαιτούσαν περισσότερα σωματικά προσόντα. Με το μυαλό πάντα στον “κοιμισμένο” ξένο, συγκέντρωσε όσο πιο σύντομα μπορούσε, ότι χρειαζόταν. Με τα δύο μεγάλα ξύλα και με όσο το δυνατό πιο απαλές κινήσεις, πλάκωσε τα πόδια του ξένου χαμηλά στο ύψος των αστραγάλων και στη συνέχεια, άρχισε να τα καλύπτει μέχρι ψηλά πάνω από τα γόνατα με άμμο. Πολύ άμμο! Ήθελε να περιορίσει τις κινήσεις του ξένου όσο περισσότερο γινόταν, διατηρώντας το στοιχείο του αιφνιδιασμού. Σειρά είχαν τα χέρια. Αρχικά, έσκαψε βαθιά αυλάκια στο μήκος της προέκτασης των χεριών από το σώμα του ξένου και σε ύψος λίγο πιο πάνω από τους ώμους του, ώστε να “θάψει” μέσα τα χέρια του. Στη συνέχεια, με τις ίδιες απαλές κινήσεις, τα τοποθέτησε μέσα στα αυλάκια και άρχισε να τα καλύπτει και αυτά με άμμο. Κατόπιν, πήρε στα χέρια του την πρώτη κάπως μεγάλη πέτρα που βρήκε και στάθηκε λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του δεύτερου ναυαγού, σημαδεύοντας παράλληλα με την πέτρα το κεφάλι του ξένου. Έτσι, δεν έδινε τη δυνατότητα στον ξένο να έχει πλήρη εικόνα του πλάσματος και προσέφερε ταυτόχρονα μία υποτυπώδη άμυνα από τυχόν επιθετικές ορέξεις.
Ήταν πλέον ώρα για την αλήθεια! Με το πόδι, σκούντηξε απαλά μία – δύο φορές το κεφάλι του ξένου. Τίποτα. Συνέχισε με λίγο μεγαλύτερη ένταση. Τα ίδια.

-«Ψιτ. Μορφονιέ. Ξύπνα, έτοιμο το φαγητό», του φώναξε σε χαμηλή ένταση, μη θέλοντας να προδώσει την ύπαρξή του σε άλλους εν δυνάμει κινδύνους. Οι κόρες των ματιών του ξένου κινήθηκαν, πίσω από τα κλειστά του βλέφαρα. Λες και κάποια μαγική λέξη είχε σπάσει τα μάγια που κρατούσαν κοιμισμένο το ναυαγό. Έγειρε το κεφάλι του προς τη μία πλευρά και μετά προς την άλλη. Έκανε ν’ ανοίξει τα μάτια του δειλά και τότε άκουσε μία γυναικεία φωνή να του λέει:
-«Μην το σκεφτείς καν να κάνεις κάποια εξυπνάδα».

Μία πέτρα που “αιωρούταν” πάνω από το κεφάλι του, τον εμπόδιζε να δει το πρόσωπο του δεσμώτη του. Ωστόσο, καθώς ο ήλιος ερχόταν από μπροστά του, δεν τον εμπόδιζε να θαυμάσει ένα πολύ όμορφο και καλογραμμωμένο γυναικείο σώμα, ντυμένο με μία ελαφριά δερματόδετη στολή.
-«Τι δουλειά είχες πάνω στο πλοί…», ξανάκουσε  την ίδια φωνή να του λέει με επιτακτικό τόνο, όταν είδε ένα “τεράστιο” χέρι να ξεπροβάλει πίσω από τη μορφή που στεκόταν από πάνω του, γραπώνοντας την πέτρα.

Τα λόγια της κοπέλας μετατράπηκαν σε ένα επιφώνημα έκπληξης, τη στιγμή που ένα δεύτερο χέρι, εξίσου τεράστιο, εμφανίστηκε στιγμιαία επίσης από πίσω της, αρπάζοντάς την. Τα μάτια της στράφηκαν αστραπιαία και με τρόμο, προς τ’ αριστερά της  παραλίας. Εκεί που κείτοταν “νεκρός” ο τρίτος ναυαγός. «Πως είχε φερθεί τόσο απερίσκεπτα;» Το μικροκαμωμένο σώμα της κοπέλας βρέθηκε ακινητοποιημένο να ακουμπάει με την πλάτη πάνω στα βρεγμένα ρούχα του τρίτου ναυαγού, με τα πόδια της να αιωρούνται στον αέρα.

«Επιγκίνδυνο παιγχνίδι πέτρες», ακούστηκε μία βαριά φωνή σε περίεργη προφορά.

Επεισόδιο 2ο 

-«Είσαι πραγματικός σωτήρας», γύρισε ο δεύτερος ναυαγός στον απελευθερωτή του με μία διάθεση σαρκασμού, καθώς ελευθέρωνε σιγά σιγά τα άκρα του από την άμμο.

Η κοπέλα πάλευε με όλη της τη δύναμη να απελευθερωθεί από την ακλόνητη λαβή του τρίτου ναυαγού. Όμως ήταν μάταιο. Μόνο το γεγονός ότι την κρατούσε με το ένα χέρι κολλημένη πάνω στο σώμα του και σε απόσταση από το έδαφος, την έκανε να κατανοεί απόλυτα την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει. Η φυσική ικανότητα δε θα τη βοηθούσε να ξεφύγει από αυτή την κατάσταση. Θα έπρεπε να επιστρατεύσει την εξυπνάδα της ή ότι άλλα όπλα είχε διαθέσιμα. Κάποια κομμάτια του παζλ είχαν αρχίσει να μπαίνουν στη θέση τους, σιγά σιγά. Απ’ ότι φαινόταν, ήταν επιζών από ένα καράβι λαθρεμπόρων. Αυτή και δύο από τους απαγωγείς της. Πιθανώς μάλιστα, να είχε απαχθεί και την προηγούμενη ημέρα. Ήταν γνωστές οι τακτικές των συμμοριών αυτών. Το γεγονός αυτό μπορούσε να εξηγήσει τόσο την απώλεια μνήμης της, όσο και τους έταιρους δύο σωματώδεις ναυαγούς. Το ιδανικό προφίλ για κακοποιούς. Πολλοί μύες, λίγο μυαλό!

Ο δεύτερος ναυαγός σύντομα στεκόταν στα πόδια του, τινάζοντας από το βρεγμένο παντελόνι και σώμα του την άμμο. Μπροστά του, απλωνόταν η θάλασσα. Το απαλό κύμα, έδινε ρυθμό στο κατά τ’ άλλα γαλήνιο τοπίο. Στα ανοικτά, ξεχώριζε το καράβι. Παραδομένο στην αγκαλιά του πελάγους. Κάτι ακόμα του τράβηξε την προσοχή. Κάτι που έμοιαζε με τμήμα από κιβώτιο. Με δυσκολία φαινόταν να ξεχωρίζει το κανονισμένο σχήμα του ανάμεσα στα βράχια, λίγα μέτρα από την ακτή.
-«Ώστε ναυαγήσαμε», είπε με ύφος ωμής διαπίστωσης και γύρισε να αντικρίσει τους άλλους δύο.
Τα μάτια του άνοιξαν στιγμιαία διάπλατα στη θέα των δύο άλλων ναυαγών. Μία πανέμορφη νεαρή κοπέλα από τη φυλή των ανθρώπων, με πλούσια μαλλιά και λεπτά χαρακτηριστικά κι ένας όχι τόσο ευπαρουσίαστος νέος, του οποίου το μεγάλο σαγόνι, η μεγάλη πλατιά μύτη και η θηριώδης σωματοδομή, μαρτυρούσαν ότι στις φλέβες του δεν έτρεχε μόνο αίμα ανθρώπου. Προσπάθησε άμεσα να καλύψει την έκπληξή του, ευχόμενος να μην είχε προδοθεί. «Ποιοι ήταν αυτοί; Που βρίσκονταν; Πως ναυάγησαν και πως είχαν βρεθεί πάνω στο πλοίο, αρχικά; Κυριότερα όμως, γιατί αυτή η κοπέλα είχε προσπαθήσει να τον σκοτώσει και γιατί εκείνος ο πολύ ιδιαίτερος νέος τον είχε σώσει;»

Η σύγχυσή του, δεν είχε περάσει απαρατήρητη από την κοπέλα. Το αμήχανο βλέμμα. Η κίνηση των φρυδιών. Οι σύντομες ματιές πότε στην κοπέλα και πότε στον τρίτο ναυαγό. Η τελευταία κλεφτή ματιά στον τρίτο ναυαγό που έκρυβε ακόμη μεγαλύτερη απορία. «Κάτι έμοιαζε πολύ περίεργο!».
Ο δεύτερος ναυαγός, έντυσε το πρόσωπό του με μία κίβδηλη βεβαιότητα. Λες και όλα ήταν μία χαρά. Είχε αποφασίσει να μη μοιραστεί τις σκέψεις και τις απορίες του με κανέναν από τους δύο άλλους ναυαγούς, μέχρι να συνέλλεγε και άλλες πληροφορίες. Κοίταξε την κοπέλα βαθιά στα μάτια. Το βλέμμα, όπως και το πρόσωπό του ανέβλυζε μία σχεδόν μαγική αύρα. Με μεγάλη ευκολία μπορούσε να διακρίνει η νεαρή κοπέλα μία ευγένεια και μία καλοσύνη μέσα τους. «Δε θα μπορούσε να ήταν λαθρέμπορος», αναλογίστηκε. Όμως και πάλι, έπρεπε να είναι προσεκτική. Ο νεαρός άνθρωπος, πήρε το βλέμμα του από την κοπέλα και το κατεύθυνε προς τον έταιρο νέο.
-«Μπορείς να την αφήσεις. Θα την σπάσεις!», είπε με σαρκαστική διάθεση και συνέχισε: «Δε νομίζω πως θα θελήσει να μας βλάψει άλλο, αλλά ούτε και να απομακρυνθεί. Εξάλλου, από τη στιγμή που έχουμε ναυαγήσει εδώ, θα χρειαστούμε τις δυνάμεις όλων μας. Ειδικά αν αυτός ο τόπος είναι αφιλόξενος».

Ο θηριώδης νεαρός, τοποθέτησε με πολύ προσοχή την κοπέλα στο έδαφος. Εκείνη, γύρισε το κεφάλι της να τον κοιτάξει, καθώς απομακρυνόταν λίγα βήματα από τους δύο σωματώδεις νεαρούς. Η θέα του πανέμορφου προσώπου της, έκανε το βλέμμα του να “λιώσει”. Ήταν το πιο γλυκό πλάσμα που είχε αντικρίσει.

-«Ελπίζω μην πόνεσες» της απηύθυνε, με περισσή ευγένεια και αμηχανία. Ακούστηκε τόσο ειλικρινές στην κοπέλα, η οποία έμεινε να τον κοιτάζει με ένα βλέμμα σκληρό. Τα μάτια του καρφώθηκαν στην άμμο. Τα κομμάτια του παζλ, δεν κολλούσαν…

-«Είσαι τραυματισμένος;», του αντιγύρισε η κοπέλα σε κρύο τόνο, παρατηρώντας τα αρκετά σκισίματα αλλά και τις αχνές κόκκινες στάμπες στη βρεγμένη μπλούζα του πρώην δεσμώτη της.

-«Όχι!», απάντησε κοφτά ο νέος, λες και η προηγούμενη παρατήρηση της κοπέλας τον είχε προσβάλει.

Εν τω μεταξύ, ο δεύτερος νέος περιεργαζόταν τον περιβάλλοντα χώρο. Οι δύο λόφοι που αγκάλιαζαν την ακτή, δημιουργούσαν την ψευδαίσθηση ενός διαδρόμου προς το εσωτερικό του τόπου εκείνου, καθώς έκλειναν προς ένα πιο στενό ανηφορικό πέρασμα. Μίας πύλης, προς έναν “άγνωστο κόσμο;”.
Το δροσερό αεράκι τον χτύπησε στην πλάτη, προσπερνώντας τους τρεις νέους για ακόμη μία φορά. Κοίταξε ξανά την κοπέλα. Αυτή τη φορά από πάνω μέχρι κάτω. Η στολή της ήταν ακόμη μουσκεμένη. Όπως και τα δικά του ρούχα και του τρίτου ναυαγού. «Καλό θα ήταν πρώτα να στεγνώσουμε τα ρούχα μας και να μαζέψουμε ότι μπορούμε να βρούμε, προτού δούμε τι θα κάνουμε», είπε σαν να ήθελε να αναλάβει δράση και συνέχισε στρέφοντας το κεφάλι του και προς τον άλλο ναυαγό: «Νομίζω πως υπάρχει κάτι εκ…». Το δεξί του χέρι υψωνόταν με κατεύθυνση το σημείο όπου λίγο νωρίτερα του είχε τραβήξει την προσοχή.

Η κοπέλα έδειξε να ενοχλείται. «Και ποιος έχρισε εσένα εντολοδόχο;», τον διέκοψε με ύφος που θα άρμοζε σε άντρα. Ίσως ήταν το τελευταίο βλέμμα του. Ίσως πάλι το γεγονός ότι μιλούσε περισσότερο και από τους τρεις τους. Ποιος ξέρει; Το κορίτσι γύρισε την πλάτη της επιδεικτικά, λες και δήλωνε πως δεν τους είχε ανάγκη. Έμεινε να κοιτάζει τη δεξιά βραχώδη πλευρά της ακτής. Λες και αναζητούσε κάτι. Σκέψεις βομβάρδιζαν το μυαλό της και μαζί τους, μυριάδες απορίες.
«Ξέρετε γιατί ήμασταν πάνω σε πλοίο;», είπε αφελώς ο θηριώδης νέος σπάζοντας τη στιγμιαία παγωμάρα μεταξύ των άλλων δύο ναυαγών. Η απλή ερώτησή του, έπεσε σαν βάλσαμο ανάμεσά τους. Ήταν λες και οι στρατηγικές των άλλων δύο, αυτοστιγμεί είχαν καταλυθεί. Μήπως τελικά και οι 3 νέοι μοιράζονταν την ίδια μοίρα; Μήπως αυτά που τους ένωναν ήταν περισσότερα, απ’ όσα τελικά τους χώριζαν;

Η κοπέλα γύρισε και ξανακοίταξε τον πολυλογά ξένο. Στα μάτια της ήταν ζωγραφισμένη η αμηχανία. Το βλέμμα του, δεν ήταν διαφορετικό. Υπήρχε όμως και μία συγκατάβαση στα πρόσωπά τους. Ένας μορφασμός που έμοιαζε να δηλώνει προσωρινή εκεχειρία.

Επεισόδιο 3ο

«Υπάρχει κάτι προς εκείνη την κατεύθυνση…», είπε πάλι ο δεύτερος νέος, δείχνοντας αυτή τη φορά την ακριβή τοποθεσία του αντικειμένου που του είχε τραβήξει νωρίτερα την προσοχή. «Μοιάζει με κιβώτιο…», συνέχισε. Τα μάτια των δύο άλλων ναυαγών, ακολούθησαν αυτόματα την πορεία που χάραζε το χέρι του νεαρού άνδρα, προς ένα σύμπλεγμα από βράχια, περίπου είκοσι με τριάντα μέτρα από την ακτή. «Ίσως υπάρχει κάτι εκεί για όλους μας!», ολοκλήρωσε με νόημα. Ο τόνος της φωνής του ήρεμος, μα μαρτυρούσε την ανάγκη του για απαντήσεις.

Όντως βρισκόταν κάτι εκεί! Πως δεν το είχε παρατηρήσει η κοπέλα νωρίτερα; Η ξύλινη επιφάνεια έμοιαζε ιδανικά καμουφλαρισμένη ανάμεσα σε πλήθος από βράχια, με το νερό να καλύπτει ένα τμήμα της. «Έχει φαγητό;», είπε γεμάτος ενθουσιασμό ο τρίτος νέος. Λες και η μόνη έγνοια του ήταν αυτή. Η κοπέλα τον κοίταξε με απορία, κουνώντας στη συνέχεια τους ώμους της με αίσθημα παραίτησης. Ποιος θα μπορούσε να τον κατηγορήσει, εξάλλου; Μία παλιά παροιμία κάποτε έλεγε: «Κάθε βήμα, γίνεται πιο ανάλαφρο με γεμάτο στομάχι!»

Ο δροσερός αέρας, συνέχιζε να χαϊδεύει τα βρεγμένα και παγωμένα σώματα των τριών ναυαγών. Θα είχε ευκαιρία η "παρέα” να ζεσταθεί, αργότερα. Αυτό που προείχε, ήταν απαντήσεις! Ο δεύτερος ναυαγός πρότεινε να πλησιάσει το σημείο όπου είχε εντοπίσει το κιβώτιο και να ρίξει μία ματιά. «Κι εγώ έρθω», διέκοψε με αμείωτο ενθουσιασμό ο έταιρος γεροδεμένος νέος, πριν προλάβει ο προηγούμενος να ολοκληρώσει τη φράση του. Αν ήθελαν, ας προσπαθούσαν να τον πείσουν για το αντίθετο. Το κορίτσι, με μία αδιάφορη κίνηση του χεριού της ένευσε σαν να τους άνοιγε το δρόμο. Οι δύο άντρες της παρέας, έβγαλαν τις μπότες τους για να μην τους δυσκολεύουν στο κολύμπι και βούτηξαν μέσα στη θάλασσα, αφήνοντας την κοπέλα πίσω τους.

Ακολούθησαν κολυμπώντας μία ξέρα με βράχια που οδηγούσε προς το σημείο όπου διέκριναν το ξύλινο αντικείμενο. Μερικές δεκάδες μέτρα πιο μέσα, κείτοταν ακίνητο το “άδειο” κουφάρι του πλοίου που όπως όλα έδειχναν, τους μετέφερε πριν ναυαγήσουν. «Θα ήταν πολύ χρήσιμο, αν μπορούσαν αργότερα να ρίξουν μία ματιά και στο πλοίο», σκεφτόταν ο δεύτερος νεαρός με τα μάτια καρφωμένα στο ναυαγισμένο καράβι, καθώς πλησίαζαν στο σημείο όπου ήθελαν. Ελάχιστα μέτρα τους χώριζαν ακόμη από το ξύλινο αντικείμενο. Ήταν πλέον προφανές, ότι ήταν κάποιο ογκώδες κιβώτιο. Τα πόδια τους προσγειώθηκαν πάνω στον ύφαλο. Ο δεύτερος νέος, προσπέρασε τον ενθουσιώδη πεινασμένο ναυαγό που είχε πρωτοφτάσει στο σημείο και είχε μείνει πλέον να ατενίζει το καράβι. Έκανε μερικά βήματα με προσοχή. Χρειαζόταν καλή ισορροπία για να μπορέσεις να κινηθείς πάνω στα βράχια! Γύρισε πίσω να συμβουλέψει τον άλλο νέο να προσέχει. Εκείνος, στεκόταν ακίνητος στο ίδιο σημείο που τον είχε αφήσει νωρίτερα.

-«Συμβαίνει κάτι;», τον ρώτησε με περιέργεια. «Σκέφτομαι!», απάντησε με βαθύ στοχασμό εκείνος, με τα μάτια καρφωμένα στο καράβι. Η δήλωση αυτή του ενθουσιώδους πλην όμως ολιγομίλητου νεαρού, είχε ακουστεί πολύ περίεργη. «Τι σκέφτεσαι;», του αντιγύρισε γεμάτος απορία. «Ήλιος», αποκρίθηκε με κυνισμό ο θηριώδης νέος και ο δείκτης του δεξιού χεριού του σημάδεψε το ουράνιο φωτεινό σώμα που ξεκουραζόταν παράμερα, μέσα σε έναν πεντακάθαρο και γαλανό ουρανό. Ένας μορφασμός απογοήτευσης πήγε να ξεφύγει από το δεύτερο νέο, όταν παρατήρησε το χέρι του άλλου ναυαγού να κατεβαίνει και να χαράσσει την πορεία που προφανώς είχε ακολουθήσει ο ήλιος. Σταμάτησε στη γραμμή του ορίζοντα. «Ανατολή», είπε με το ίδιο ύφος. Ο δεύτερος ναυαγός συνέχισε να τον κοιτάει με απορία, προσπαθώντας ν’ ακολουθήσει το συλλογισμό του. Ο θηριώδης ναυαγός τέντωσε το άλλο χέρι του, σχηματίζοντας μία ορθή γωνία μέσα στην αγκαλιά του. «Βορράς…», συνέχισε στον ίδιο τόνο με ένα ελαφρύ νεύμα του αριστερού του χεριού. Ήταν προφανές ότι προσπαθούσε με τον τρόπο του να εξηγήσει στο δεύτερο νέο τη συλλογιστική του πορεία. Ένωσε στη συνέχεια τα δύο χέρια του σχηματίζοντας μία μικρή γωνία και δείχνοντας προς το μισοβυθισμένο πλοίο, είπε: «…καράβι…». Ο δεύτερος νέος διαπίστωσε πως αναφερόταν στην πλώρη του καραβιού η οποία κρατιόταν με όση περηφάνια της είχε απομείνει, έξω από τη θάλασσα. «…ταξίδευε βόρεια, βόρειο-ανατολικά.», συνέχισε. «Είναι πολύ κοντά σε ακτή. Ίσως λιμάνι κοντά. Ίσως πάλι πλοίο ήρθε κοντά ακτή, ξεφύγει από άγρια θάλασσα. Ίσως όμως προσπαθούσε ξεφύγει και από ακτή!», ολοκλήρωσε τις σκέψεις του ο παρατηρητικότατος νέος, γυρνώντας να αντικρίσει την ακτή και αφήνοντας ένα υπονοούμενο να πλανηθεί στον αέρα. «Όλες οι παρατηρήσεις και οι σκέψεις του, ήταν πολύ εύστοχες», αναλογίστηκε στιγμιαία με έκπληξη ο δεύτερος νέος, σε αντίθεση με ότι είχε δείξει μέχρι εκείνη την ώρα ο έταιρος ναυαγός. «Όλες; Άγρια θάλασσα; Μισό λεπτό! Θυμόταν κάτι που δεν είχε μοιραστεί ακόμα με τους άλλους δύο ναυαγούς;» Ο όμορφος νεαρός, γύρισε και κοίταξε εξονυχιστικά τον έταιρο νέο, καθώς εκείνος συνέχιζε να κοιτάζει την ακτή. Καινούριες σκέψεις βομβάρδισαν αυτόματα το μυαλό του. «Κάλλιστα θα μπορούσε να υπάρχει κάποιο λιμάνι ή ακόμη και ορμίσκος κοντά, απ’ όπου είχε αποπλεύσει ή όπου κατευθυνόταν το πλοίο.». Άφησε το βλέμμα του να ψηλαφίσει τα παράλια, μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι του. Προς τα νότια και κατά μήκος των ακτών, δεν έδειχνε να ξεχωρίζει κάτι. Το ανάγλυφο των απότομων και κρημνωδών ακτών, έμοιαζε να συνεχίζει μέχρι που γινόταν μία λεπτή γραμμή και χανόταν στο βάθος του ορίζοντα. Προς την αντίθετη πλευρά, δε μπορούσε να δει περισσότερα. Η παραλία όπου είχαν ναυαγήσει, καθόταν στην άκρη κάποιου ακρωτηρίου απ’ ότι αποδεικνυόταν και η προσωρινή θέση τους δεν του επέτρεπε να έχει καλή οπτική προς εκείνη την κατεύθυνση. Γι’ αυτό, θα έπρεπε πρώτα να επιστρέψουν με το καλό στην ακτή.

Το μυαλό του γύρισε ξαφνικά πίσω στις παρατηρήσεις του θηριώδους νέου. «…και τι ήταν αυτή η αναφορά για την ακτή;», αναρωτήθηκε. Έριξε μία ακόμη ματιά στον σκεπτικό πλέον θηριώδη ναυαγό, καθώς εκείνος γυρνούσε σιγά σιγά με πορεία προς το ξύλινο κιβώτιο. Οι παρατηρήσεις του θηριώδους ναυαγού, είχαν προσφέρει στον όμορφο νέο μόνο προβληματισμό και περισσότερες απορίες. Ίσως οι απαντήσεις σε όλα αυτά τα ερωτήματα ή έστω κάποιες από αυτές, ήταν κοντά…
Λίγες στιγμές αργότερα, είχαν τη δυνατότητα να μελετάνε από κοντά ένα “τεράστιο” – απ' ότι αποδεικνυόταν – μπαούλο. Το μπαούλο, έφερε ιδανικά δύο χειρολαβές στο πλάι, ενώ ένα τεράστιο λουκέτο προστάτευε ερμητικά τα “μυστικά” του. Ο όμορφος νέος, δοκίμασε να το τραβήξει.  Θα χρειάζονταν σίγουρα 3-4 άντρες για να το μεταφέρουν. Δεν ίσχυε όμως το ίδιο για τους 2 γιγαντόσωμους ναυαγούς. «Μαζί», είπε με αίσθημα ομαδικότητας ο άλλος νέος. Πήραν και οι δύο τους θέση μπροστά από το μπαούλο. Με αρκετή προσπάθεια κατάφεραν να το τραβήξουν από τα βράχια που είχε εγκλωβιστεί. Οι εκδορές κατά μήκος σχεδόν κάθε πλευράς του, μαρτυρούσαν τη μάχη που είχε δώσει με τα κύματα και τα βράχια. Παρόλα αυτά, έστεκε αγέρωχο. Απαραβίαστο.
«Πως σου φαίνεται; Θα καταφέρουμε να το βγάλουμε στην ακτή;», είπε με περιπαικτική διάθεση ο δεύτερος νέος. Ένα χαμόγελο ειρωνείας σχηματίστηκε στο πρόσωπο του άλλου ναυαγού. Με μία κίνηση του κεφαλιού του προς την κατεύθυνση της παραλίας, έδωσε το σύνθημα για να πιάσουν αμέσως δουλειά. Το βάρος του, το καθιστούσε πολύ δύσκολο να επιπλεύσει και για το λόγο αυτόν, μοναδική λύση για να το βγάλουν στην ακτή, ήταν το μονοπάτι που χάρασσε η ξέρα. Ο όμορφος νέος κοίταξε για λίγο τον έταιρο νεαρό που έστεκε δίπλα του. Η λαβή του αγκιστρωμένη πάνω στο χερούλι του μπαούλου, δεν έδειχνε διάθεση να παραχωρήσει τη θέση της σε κάποιον άλλο. «Θα κρατάω από πίσω που το βάρος είναι μεγαλύτερο!», είπε με έμφαση. Ήθελε να έχει τον έλεγχο της διαδρομής και γι’ αυτό έπαιξε το συγκεκριμένο χαρτί, όσο καλύτερα μπορούσε. Η δήλωση αυτή είχε χτυπήσει τον υπερήφανο ναυαγό στο κατάλληλο σημείο. «Εγώ κρατάω πίσω!», είπε επιτακτικά και χαλάρωσε τη λαβή του άμεσα. Το μπαούλο κρύφτηκε ολοκληρωτικά κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας. Με ένα νεύμα συγκατάβασης αλλά και αίσθημα ικανοποίησης το οποίο φρόντισε να κρύψει καλά, ο νεαρός άνδρας “παραχώρησε” τη θέση του στον θηριώδη νέο. Οι δυο τους πήραν τις θέσεις τους για το δρόμο της επιστροφής.

Η διαδρομή της επιστροφής, αποδείκτηκε πολύ δυσκολότερη απ’ όσο ήλπιζαν και οι δύο ναυαγοί. Το βαρύ φορτίο σε συνδυασμό με το πολύ άσχημο έδαφος, δεν επέτρεπαν στο δίδυμο, την άνεση των κινήσεων που επιθυμούσαν. Ήταν μία δοκιμασία που απαίτούσε ρώμη, συνεργασία αλλά και ισορροπία. Με το νερό να φτάνει ελάχιστα κάτω από τη μέση τους, οι κινήσεις τους έπρεπε να είναι συντονισμένες και ιδιαίτερα προσεκτικές. Όμως αυτό δεν αποδείκτηκε αρκετό. Τα γλιστερά και κοφτερά βράχια που κρύβονταν επιδέξια κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, επεφύλασσαν και από μία “επικίνδυνη” παγίδα σε κάθε βήμα των 2 ναυαγών – και το κακό δεν άργησε.  O νεαρός από τη φυλή των ανθρώπων βρέθηκε έξαφνα χωρίς ισορροπία, όταν σε έναν βηματισμό του, το πόδι του γλίστρησε πάνω σε κάποιο βράχο. Το βάρος του φορτίου έκανε το σώμα του να υποχωρήσει γρήγορα μέσα στη θάλασσα, με το ένα του πόδι να τρίβεται δυνατά πάνω στα κοφτερά βράχια. Ο πόνος οξύτατος και διαπεραστικός. Αυτό όμως ήταν το μικρότερο πρόβλημά του την ώρα εκείνη, καθώς το νερό τον κατάπιε ολόκληρο μέσα σε μία στιγμή. Πλέον απειλούταν να παγιδευτεί στον πάτο της θάλασσας υπό το βάρος του ξύλινου κιβωτίου με κίνδυνο ακόμη και να συνθλιβεί κάτω από το ογκωδέστατο μπαούλο. Αναστάτωση κι αισθήματα επιβίωσης και αυτοσυντήρησης πλημμύρισαν στιγμιαία το μυαλό του. Όμως μέσα σε αυτή την κατάσταση, θα γινόταν μάρτυρας ενός εντυπωσιακότατου κατορθώματος. Ο έταιρος νέος μ’ ένα στιγμιαίο τίναγμα των ώμων του, κατάφερε να τραβήξει το μπαούλο όσο χρειαζόταν, ώστε εκείνο να μην εγκλώβιζε τον νεαρό άνθρωπο από κάτω. O γεροδεμένος όμορφος νέος, παινευόταν πάντα για τη ρώμη του, όμως συνειδητοποίησε πως το κατόρθωμα αυτό, ήταν ακόμη πιο πάνω και από τις δικές του δυνατότητες.

Ανέκτησε γρήγορα την ισορροπία του με τη βοήθεια των χεριών του. Το κεφάλι του ξεπρόβαλε δειλά δειλά μέσα από τη θάλασσα. Κοίταξε με θαυμασμό τον σωτήρα του. Ανασηκώθηκε πατώντας με δύναμη στα δύο του πόδια. Ο πόνος από το τραυματισμένο του πόδι, τον διαπέρασε. Μόρφασε προς στιγμήν. Μετέφερε όλο το βάρος του στο άλλο πόδι και σιγά σιγά στάθηκε και πάλι όρθιος. Πήρε μία ανάσα φτύνοντας πρώτα λίγο θαλασσινό νερό. «Τώρα σου χρωστάω δύο φορές τη ζωή μου.», είπε με ένα χαμόγελο ευγνωμοσύνης. «Όλα καλά!», του αντιγύρισε ο σωτήρας του λες και δεν υπήρχε λόγος να συζητήσουν περαιτέρω για το περιστατικό αυτό. Λες και θα το ξανάκανε οποιαδήποτε στιγμή και για οποιονδήποτε, χωρίς ποτέ να απαιτήσει το παραμικρό αντάλλαγμα. «Αυτός ο άγνωστος νέος είναι γεμάτος εκπλήξεις» αναλογίστηκε ο τραυματισμένος νεαρός «…και σίγουρα είχαν να περιμένουν κι άλλες». Οι δύο νέοι, ξαπόστασαν για λίγο. Ελάχιστα μέτρα απέμεναν για την ακτή. O τραυματισμένος νέος, δεν ήταν όμως πλέον σε θέση να βοηθήσει πολύ.

Καθ΄όλη αυτή τη διάρκεια, η νεαρή κοπέλα εξερευνούσε την ακτή σπιθαμή προς σπιθαμή, αναζητώντας οτιδήποτε θα μπορούσε να τους φανεί χρήσιμο. Το μέρος ήταν άγνωστο και γι’ αυτό, προσπαθούσε να μην απομακρύνεται πολύ από την “παρέα” και την ακροθαλασσιά. Που και που έριχνε και μερικές κλεφτές ματιές στους άλλους δύο, για να βεβαιώνεται πως όλα ήταν καλά. Μερικά ξύλα και πέτρες, ένα φανάρι, λίγα βρεγμένα λευκά υφάσματα – πιθανώς σεντόνια, ένα πιρούνι, μία λευκή πήλινη κούπα δίχως κανένα απολύτως διακριτικό και μία μικρή – σε μέγεθος – δεξιά μπότα, ήταν ότι κατόρθωσε να ανακαλύψει. Τίποτα σπουδαίο και τίποτα που θα μπορούσε να της προσφέρει το παραμικρό στοιχείο για το τι είχε συμβεί τις προηγούμενες ημέρες. Κοίταξε για μία ακόμη φορά προς το μέρος των δύο άλλων ναυαγών. Τα πράγματα έδειχναν ήσυχα. Έκρυψε το πιρούνι στη μπότα της. Έπρεπε να είναι προετοιμασμένη για οτιδήποτε. Ξανακοίταξε τ’ αντικείμενα που είχε καταφέρει να βρει. Σίγουρα δεν είχε ανακαλύψει κανέναν θησαυρό, ίσως όμως τα ξύλα και οι πέτρες να αποδεικνύονταν τελικά η μοναδική τους άμυνά, απέναντι σε οτιδήποτε αφιλόξενο θα μπορούσε να καραδοκεί σε εκείνα τα μέρη. Ίσως πάλι και μία καλή φωτιά, αν χρειαζόταν τελικά να περάσουν τη νύχτα τους κάπου εκεί γύρω. Πήρε λιγοστές σανίδες και τις κάρφωσε όρθιες στην υγρή άμμο. Πάνω τους έριξε τα υφάσματα που είχε βρει, ώστε να μπορέσουν να  στεγνώσουν ευκολότερα με τη βοήθεια του ήλιου και του ανέμου. Δε θα εγκατέλειπε ακόμα την αναζήτηση…

O τραυματισμένος νέος κατευθύνθηκε προς έναν κοντινό βράχο που εξείχε από τη θάλασσα, με τον πόνο να ζωγραφίζεται έντονα σε κάθε του κίνηση. Η αλμύρα της θάλασσας απλά προσέθετε μία ακόμη αιτία πόνου. Κάθισε στο βράχο και έβγαλε σιγά σιγά και με μυστικότητα, το τραυματισμένο του πόδι από το νερό. Η κατάσταση ήταν όπως την περίμενε. Μία μεγάλη και βαθιά ουλή, δέσποζε από την πατούσα μέχρι και λίγο πιο πάνω τον αστράγαλό του, ενώ τη συντρόφευαν, μερικές μικρότερες και λιγότερο βαθιές. Το θέαμα, δημιουργούσε αποστροφή, όμως ήταν περήφανος χαρακτήρας και δεν ήθελε να δείξει αδυναμία. Ειδικότερα όχι σε έναν άγνωστο τόπο, παρέα με 2 “αγνώστους” και ότι άλλα μυστικά θα μπορούσε να έκρυβε το μέρος εκείνο. Έσφιξε με δύναμη τις πληγές, με τα 2 του χέρια και βούτηξε το πόδι του πάλι μέσα στη θάλασσα. Ήθελε να χρησιμοποιήσει τον πόνο ως όπλο, όμως ένα ξαφνικό μούδιασμα στο πόδι του, τον έκανε να διακόψει τις σκέψεις του. To τράβηξε ξανά έξω από το νερό και με έκπληξη παρακολούθησε τις πληγές στο σημείο όπου είχε εναποθέσει τα χέρια του, να κλείνουν γοργά. Ανοιγόκλεισέ τα μάτια του. «Θαύμα…» σιγοψιθύρισε. Του φαινόταν όμως τόσο οικείο. «Τι ήταν αυτό; Ποιος ήταν αυτός;», αναρωτήθηκε.

Επεισόδιο 4ο

O νεαρός άνθρωπος ξαναπήρε τη θέση του απέναντι στον ανυποψίαστο έταιρο ναυαγό, προσπαθώντας να μην αποκαλύψει τίποτα για το πρόσφατο συμβάν. Και οι δύο μαζί, πιο προσεκτικοί αυτή τη φορά, μέσα σε λίγα λεπτά τοποθετούσαν πλέον το μπαούλο πάνω στη βρεγμένη άμμο.  Το τεράστιο λουκέτο που δέσποζε στο στόμιο του μπαούλου, αρνούταν πεισματικά να τους αφήσει να ικανοποιήσουν την περιέργειά τους και ίσως να βρουν μερικά χαμένα κομμάτια του παζλ από τις προηγούμενες ημέρες. H κοπέλα, γονάτισε μπροστά στο μπαούλο και περιεργάστηκε προσεκτικά το λουκέτο. Φαινόταν να ψάχνει κάποιο τρόπο να το ανοίξει. Στην πραγματικότητα όμως, έψαχνε βαθιά στα σκοτεινά μέρη του μυαλού της, για κάποιο στοιχείο ως προς την ταυτότητά της, κάποια ανάμνηση από το πρόσφατο παρελθόν. Οτιδήποτε, πέρα από το όνομά της. Το λουκέτο, της δημιουργούσε μόνο κενά συναισθήματα. Τίποτα οικείο...

«Τζέινα», είπε με δυνατή φωνή, σηκώνοντας το κεφάλι της και αντικρίζοντας τους δύο “θεόρατους” ναυαγούς οι οποίοι και αυτοί είχαν σκύψει πάνω από το μπαούλο. O γοητευτικός νεαρός, μετά από μία πολύ μικρή στιγμή έκπληξης, χαμογέλασε καλόκαρδα ενώ ο έταιρος νέος, έμεινε να κοιτάζει με απορία μία την κοπέλα και μία το λουκέτο. Το όμορφο κορίτσι, στάθηκε στα πόδια του και επανέλαβε: «Τζέινα». O νεαρός άνθρωπος, διατηρώντας το πλατύ κι ευγενικό του χαμόγελο αποκρίθηκε: «Υποθέτω πως δε συστηθήκαμε ποτέ. Ονομάζομαι Μάρκους.», ενώ τα λόγια του ακολούθησε μία βαθιά υπόκλιση. Η συμπεριφορά του, ο τρόπος που μιλούσε, έδειχναν ένα άτομο με πολύ ευγενικούς τρόπους. Πιθανώς, γόνος κάποιας καλής οικογένειας. Σε αντίθεση με τη Τζέινα, που οι μέχρι τώρα κινήσεις της, τα πάντα πάνω της, ακόμη και ο τρόπος που είχε μόλις προφέρει το όνομά της, θύμιζαν περισσότερο σε κάποιον άντρα, μαθημένο στη ζωή των δρόμων. Ο τρίτος της “παρέας”, παίρνοντας μία επιβλητική στάση, σφίγγοντας και αποκαλύπτοντας κάθε μυ του σώματός του, με τα πόδια του σαν να υπάκουγε σε στρατιωτικό πρόσταγμα ανάπαυσης και φέρνοντας με δύναμη την αριστερή του γροθιά στο στήθος του, είπε με βροντερή φωνή: «Βέλοκ». Και χαλαρώνοντας αμέσως τη στάση του σώματός του, συνέχισε αφελώς με μία δόση απογοήτευσης: “Και γω νόμιζα άνοιξες κλειδαριά!”. Ο μορφασμός στα πρόσωπα των άλλων δύο, φανέρωνε το πόσο παράξενη τους είχε ακουστεί η τελευταία φράση.

«Πάντως, μάλλον θα ήταν μάταιο να ψάξουμε για το κλειδί.», σχολίασε ειρωνικά η Τζέινα και συνέχισε με νόημα, «Μία πέτρα, θα είναι αρκετή...» και ξεμάκρυνε από την παρέα, αναζητώντας κάποια μεγάλη πέτρα, από αυτές που είχε εντοπίσει νωρίτερα. Ο Βέλοκ, έπιασε το λουκέτο με το ένα του χέρι, θέλοντας να το επεξεργαστεί κι αυτός καλύτερα. Αν και τεράστιο, μπορούσε να το κρύψει σχεδόν εξ’ όλοκλήρου μέσα στη  “γιγαντιαία” παλάμη του. Τράβηξε με δύναμη δύο - τρεις φορές. Το λουκέτο δεν έδειχνε να “επηρεάζεται”. Τράβηξε ακόμη μερικές φορές, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, κρατώντας αυτή τη φορά και με τα δύο του χέρια. Το μπαούλο έμοιαζε  να υποκύπτει σχεδόν σε κάθε τράβηγμα του Βέλοκ και να ακολουθεί τα απότομα τινάγματα των ώμων του, πάνω στην κρύα πρωινή άμμο. Το λουκέτο όμως, συνέχιζε να στέκει αγέρωχο. Στα μάτια του γιγαντόσωμου νέου, έδειχνε να τον περιπαίζει. Να τον περιγελά. Ο Μάρκους είχε μείνει να τον κοιτάζει με απορία. Νωρίτερα, είχε γίνει μάρτυρας της τρομερής δύναμης του έταιρου γιγαντόσωμου ναυαγού, όταν τον είχε σώσει από σχεδόν βέβαιο θάνατο, στην προσπάθειά τους να βγάλουν το μπαούλο στη στεριά. Όμως αυτό, ήταν μία τελείως διαφορετική ιστορία...

Μία πρωτόγονη κραυγή που αναδύθηκε από το βάθος των πνευμόνων του Βέλοκ, έκανε τον έταιρο νέο να σαστίσει και ασυναίσθητα να απομακρυνθεί 2 βήματα από εκεί όπου στεκόταν. Ο θηριώδης νέος, βρισκόταν πλέον σε αλλοφροσύνη. Φώναζε, έσπρωχνε και τραβούσε με τέτοια μανία και δύναμη, που έδειχνε εξώκοσμη. Το μπαούλο, έμοιαζε πλέον σαν να βρισκόταν πάνω σε ρόδες. Φόβος κυρίευσε στιγμιαία τον νεαρό άνθρωπο στη θέα ενός αφηνιασμένου «αγνώστου». Όμως, την ακριβώς ίδια στιγμή, το μυαλό του έδιωξε μακριά το συναίσθημα αυτό. Λες και ήταν μαθημένο να μη φοβάται. Σαν να μην υπήρχε τίποτε απολύτως στον κόσμο που να μπορούσε να του ενφυσήσει το συναίσθημα αυτό.

Η Τζέινα, στο άκουσμα του βρυχηθμού, γύρισε αστραπιαία το σώμα της προς την κατεύθυνση που ερχόταν ο ήχος, παίρνοντας αμέσως αμυντική στάση. Χαμήλωσε το κέντρο βάρους του σώματός της, εκτείνοντας τα χέρια της προς την κατεύθυνση της φασαρίας. Δεν είχε προλάβει να σκεφτεί το παραμικρό, πλην του ότι προφανώς δέχονταν επίθεση από κάποιο θηρίο, όταν άρχισε να συνειδητοποιεί πως ο θόρυβος αυτός ερχόταν από το Βέλοκ που λίγα μέτρα πιο μακριά, για κάποιο λόγο «έσερνε το μπαούλο(;)...». Ή τουλάχιστον έτσι έδειχνε. Έξαφνα, συνέλαβε τον εαυτό της να συλλαβίζει κάτι ακατανόητο και τον δείκτη του δεξιού χεριού της να δείχνει προς την κατεύθυνση του μαινόμενου άντρα, ενώ το αριστερό της χέρι σχημάτιζε ακανόνιστες φιγούρες στον αέρα. Ένιωσε μία απόκοσμη θερμότητα να συσσωρεύεται στην άκρη του δακτύλου της και η συνειδητοποίηση αυτή την έκανε να τρομάξει και να χάσει τη συγκέντρωσή της. Τράβηξε τα χέρια της και έμεινε να τα κοιτάζει με απορία, ενώ η φρενίτιδα του Βέλοκ έδειχνε να έχει φτάσει στο απώγειό της.

Ο Μάρκους, είχε μείνει πλέον απολύτως ήρεμος να κοιτάζει τη “μάχη” του εξοργισμένου νέου με το λουκέτο και να θαυμάζει την τιτάνια δύναμή του. «Λίγες καταγωγές πάνω στο Φαέρουν δικαιολογούσαν αυτό που έβλεπε με τα μάτια του. Παρά το γεγονός ότι ο νεαρός άντρας έμοιαζε περισσότερο σε άνθρωπο από ότιδήποτε άλλο.». Ο Μάρκους, διεπίστωσε ότι όλη αυτή την ώρα δεν ένιωθε να απειλείται πραγματικά. Ένα συναίσθημα που τον συντρόφευε από τη στιγμή που πρωτο-άνοιξε τα μάτια του στον άγνωστο εκείνο τόπο και αντίκρισε τους δύο “συντρόφους” του. «Ναι!», κατά έναν ανεξήγητο λόγο, ένιωθε ότι μπορούσε να τους εμπιστευτεί και τους δύο και ας ήταν σίγουρος πως δεν τους είχε ξανασυναντήσει ποτέ στη ζωή του. Διατήρησε μία απόσταση ασφαλείας και έμεινε να παρακολουθεί το κατά τα άλλα αξιοπερίεργο σκηνικό. Κύλησαν λίγα δευτερόλεπτα ακόμη, ώσπου ο Βέλοκ όσο απότομα είχε περιέλθει σε εκείνη την εξαγριωμένη κατάσταση, το ίδιο απότομα ηρέμησε. Τα πόδια του λύγιζαν και η ανάσα του είχε γίνει γρήγορη και κοφτή. Έδειχνε κουρασμένος. Πολύ κουρασμένος. Έπεσε πάνω στο μπαούλο να ξαποστάσει. Κοντά του έτρεξε ο Μάρκους. Τον άκουσε να ψελλίζει: «Σπα... Σπάσει... Σπάσε...» . Υπέθεσε πως αναφερόταν στη «διαμάχη» του με το λουκέτο. Διστακτικά πλησιάσε και η Τζέινα, μένοντας όμως λίγο πιο πίσω. Το μπαούλο, το έβρεχε και πάλι η θάλασσα, αφού ο Βέλοκ είχε καταφέρει να το τραβήξει κάτι παραπάνω από 10 μέτρα από το σημείο που το είχαν εναποθέσει νωρίτερα. Ο Μάρκους, ακούμπησε τον εξουθενωμένο άντρα στον ώμο και του είπε με τόνο που έδειχνε πραγματικό ενδιαφέρον: «Είσαι καλά φίλε;» Η πλάτη του Βέλοκ, συνέχιζε να ανεβοκατεβαίνει με αμείωτους ρυθμούς πάνω στο μπαούλο, καθώς ο ίδιος συνέχιζε να αναπνέει γρήγορα. Με τη βοήθεια των χεριών του αλλά και του Μάρκους, στάθηκε ξανά στα πόδια του. Έμοιαζε σιγά σιγά να ανακτά τις δυνάμεις του. Οι αναπνοές του γίνονταν ολοένα πιο βαθιές και αργές. «Δύσκολο λουγκέτο», σχολίασε, καθώς έπαιρνε μία ακόμη βαθία ανάσα βγάζοντας τον συσσωρευμένο αέρα από τα πνευμόνια του, μονομιάς. «Δύσκολο λουγκέτο, πραγματικά!» , αντιγύρισε ο Μάρκους με διάθεση για πείραγμα. Το λουκέτο παρέμενε στη θέση του, ως πραγματικός φύλακας. Όμως η βάση που στήριζε την κλειδαριά και κρατούσε το μπαούλο ασφαλισμένο, είχε χαλαρώσει πάνω στο νωπό ξύλο, αποκαλύπτωντας μικρά καρφάκια που την κρατούσαν πιο πριν στη θέση της. Σκλήθρες και μικρορωγμές συνόδευαν τώρα πια την περιοχή γύρω της. “Θα ανοίξω...”, έκανε να πει κάτι ο Βέλοκ τεντώνοντας τα χέρια του για να πιάσει και πάλι το λουκέτο, αλλά ο Μάρκους τον διέκοψε επιδέξια λέγοντάς του: «Νομίζω πως τα καταφέραμε μία χαρά. Τώρα όμως θα χρειαστεί να τη χτυπήσουμε με μία πέτρα για να μη σπάσουμε το μπαούλο.». Ήξερε πως το επιχείρημα του δεν ευσταθούσε αλλά πρώτον δεν ήθελε να προσβάλλει την υπερηφάνεια του νέου φίλου του. Δεύτερον, είχε διαπιστώσει πως ενώ ο Βέλοκ αποδεικνυόταν μυθικά δυνατός, δεν ήταν το ίδιο προικισμένος σε ότι αφορούσε πιο πνευματικές δραστηριότητες. Κάτι που είχε αποδεκτεί ο Μάρκους χωρίς την παραμικρή υπόνοια να μειώσει την αξία του Βέλοκ ή να τον εκμεταλλευτεί. Εξάλλου, μέσα του ένιωθε να καίει δυνατά το αίσθημα της δικαιοσύνης. Τέλος, ήθελε να αποφύγει μία επανάληψη των όσων είχαν προηγηθεί. Ανησυχούσε μήπως η φασαρία προσέλκυε ανεπιθύμητους επισκέπτες. O Βέλοκ, δέχτηκε το επιχείρημα με στοχασμό και συγκατάβαση και πήδηξε με ενθουσιασμό πάνω από το μπαούλο για να βρει κάποια πέτρα. Ο Μάρκους, είχε χτυπήσει για δεύτερη φορά στο κατάλληλο σημείο τον “τρομερό” πλην όμως “αθώο” απ’ ότι φαινόταν, “γίγαντα”. Δε μπορούσε όμως να σταματήσει και τον ενθουσιασμό του...

H Τζέινα, ακόμη στεκόταν λίγα μέτρα μακριά από το μπαούλο. Μόλις απομακρύνθηκε ο Βέλοκ, γύρισε και κοίταξε έντονα τον Μάρκους σαν να απαιτούσε κάποια εξήγηση για το περιστατικό που είχε προηγηθεί. Ένα ελαφρύ κούνημα των ώμων και του κεφαλιού του σε ύφος άγνοιας μεν, καθησυχαστικό δε, δεν πρόσφερε την απάντηση που προσδοκούσε το κορίτσι.  Ο Βέλοκ ήταν πίσω σε πολύ μικρό διάστημα, κρατώντας στα χέρια του σίγουρα τη μεγαλύτερη πέτρα που μπορούσε να βρει στο συντομότερο δυνατό χρόνο. Οι υπόλοιποι δύο της παρέας, έδειξαν σαν να περίμεναν κάτι τέτοιο και δεν αντέδρασαν καθόλου. H Τζέινα συνέχισε να παρακολουθεί αμέτοχη, τοποθετώντας τα χέρια της στο ύψος της μέσης της. Ο Μάρκους ζήτησε από τον Βέλοκ να αναλάμβανε αυτός αυτή τη φορά, με τον δεύτερο να παραχωρεί τη θέση του στον πρώτο, με ένα αίσθημα ανωτερότητας.
Μερικά χτυπήματα, ήταν αρκετά για να κάμψουν τη σθεναρή απ΄ότι αποδεικνυόταν αντίσταση της κλειδαριάς. Ο ήχος του παφλασμού από την πτώση του λουκέτου μέσα στη θάλασσα, δικαιολογούσε την αντίστασή που προέβαλε στους τρεις ναυαγούς όλη εκείνη την ώρα. Το λουκέτο έπεσε ανέπαφο μέσα στο νερό, κρατώντας ακόμη πάνω του τα κομμάτια της κλειδαριάς. Ο δρόμος πλέον ήταν ανοικτός...

Επεισόδιο 5ο

Λίγες στιγμές αμηχανίας για το τι επρόκειτο να συναντήσουν, μία βαθιά ανάσα και το καπάκι του μπαούλου άρχισε να ανοίγει σιγά σιγά, με τη βοήθεια του Μάρκους. Ήταν ώρα για απαντήσεις ή τουλάχιστον κάποια στοιχεία που θα τους οδηγούσαν στις απαντήσεις που έψαχναν. Το καπάκι, χτύπησε με δύναμη την πλάτη του μπαούλου. Ο πρωινός ήλιος καθρεπτίστηκε έντονα στο εσωτερικό του, θαμπώνοντας προς στιγμή τα μάτια και των τριών ναυαγών. «Μέταλλο;» Το μπαούλο, ήταν γεμάτο μέταλλο. Όχι στη μορφή που το εξορύσουν οι νάνοι μέσα στα βαθιά “λαγούμια” τους. Μέταλλο δουλευμένο. Σμιλευμένο. Με σχήμα και σκοπό. Σκοπό να προστατεύσει. Ή ακόμα και να σκοτώσει... Το απρόσμενο θέαμα, έφερε στο μυαλό των τριών νέων, περισσότερες απορίες.
Οι τρεις νέοι αλληλοκοιτάχτηκαν. Στο βλέμμα τους υπήρχε διάχυτο το αίσθημα της έκπληξης. Κανείς δεν έδειχνε να έχει την παραμικρή ιδέα για το τι σχέση θα μπορούσε να έχει το περιεχόμενο του μπαούλου μαζί τους. «Να υποθέσω ότι δε γνωρίζει κανείς μας τι δουλειά είχε ένα ολόκληρο οπλοστάσιο πάνω στο πλοίο;» ρώτησε ρητορικά ο Μάρκους επιβεβαιώνοντας τις σκέψεις όλων. «Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι το μπαούλο βρισκόταν πάνω στο πλοίο;», του αντιγύρισε η Τζέινα. Ο Βέλοκ πλησίασε κι άλλο το μπαούλο. «Κοίτα!», είπε στη νεαρή κοπέλα τραβώντας την προσοχή της προς μερικά γδαρσίματα που κοσμούσαν κατά μήκος την μπροστινή όψη του. «Είναι φρέσκα!», είπε με έμφαση. «Πιο πιθανό, μπαούλο ήταν πάνω σε πλοίο.». Η νεαρή κοπέλα, έδειξε να δυσανασχετεί. Η προφανέστατη υπόδειξη του νεαρού «αγροίκου», ο οποίος μετά βίας μπορούσε να αρθρώσει, την είχε φέρει σε αμηχανία. Μάλλον, είχε αφήσει την εξωτερική εμφάνιση και τον τρόπο ομιλίας του θηριώδους νέου, να την ξεγελάσουν. Πόσο έξω είχε πέσει. Δεν της άρεσαν τα λάθη καθόλου. Τα έβαλε με τον εαυτό της. «Τα λάθη είναι ανεπίτρεπτα!», συλλογίστηκε έντονα και η σκέψη της έσβησε σαν μία απόμακρη φωνή μέσα στο μυαλό της. Τα μάτια της γούρλωσαν. Αναστάτωση την κυρίευσε. Τι ήταν άραγε αυτό το συναίσθημα; Γύρισε προς τους δύο άλλους ναυαγούς με την αναστάτωση ακόμη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της. «Ωραία! Και τώρα που τα βρήκαμε, τι κάνουμε;», είπε απότομα. Ο Μάρκους είχε μείνει να περιεργάζεται το περιεχόμενο του μπαούλου. Τα κομμάτια του μετάλλου που βρίσκονταν στην κορυφή, συνοδεύονταν από δερμάτινα λουριά. Ήταν εύκολο να τ’ αναγνωρίσει. Αποτελούσαν τμήματα από πανοπλία και μάλιστα βαριά. Πιθανώς, να ανήκαν και σε περισσότερες από μία. Σε μία άκρη, ξεχώριζε μία μεταλλική αιχμή. Τμήμα από κάποια λεπίδα που κρυβόταν επιμελώς. Αφηρημένος και χωρίς ν’ αντιληφθεί τη συναισθηματική κατάσταση της κοπέλας, απάντησε: «Ίσως να περιλαμβάνονται και άλλα πράγματα... Γράμματα, κάποιο ημερολόγιο  ή ακόμη και κάποιο φλάμπουρο ή οικόσημο. Θα πρέπει όμως πρώτα να το αδειάσουμε.» και έκανε να πιάσει ένα κομμάτι πανοπλίας. «Τι πας να κάνεις;», τον ρώτησε επιτακτικά η Τζέινα. «Δε νομίζω πως είναι τόσο απλό!», συμπλήρωσε στον ίδιο τόνο. «Δε θα ήθελα να δω κανένα χέρι οπλισμένο, μέχρι να καταλάβουμε τι συμβαίνει.».

«Δε νομίζω ότι έχουμε να ανησυχούμε για κάτι ο ένας από τον άλλο, αλλά και πάλι ας είναι. Παρακαλώ!» και ένευσε προς την κοπέλα, παραχωρώντας της τη δυνατότητα να αδειάσει εκείνη το μπαούλο. Εμπιστευόμενος για ακόμη μία φορά το ένστικτό του, απομακρύνθηκε μερικά μέτρα από το σημείο, τραβώντας μαζί και τον έταιρο νεαρό, ο οποίος δεν προέβαλε καμία αντίσταση.

Adaptation:
… όντας πιο κοντά στο μπαούλο από τους άλλους δύο, άρχισε να βγάζει με προσοχή τα διάφορα κομμάτια, ένα προς ένα και να τα τοποθετεί στην άμμο. Όπως είχε υποθέσει αρχικά, τα κομμάτια εκείνα, ανήκαν σε 2 τουλάχιστον...

Ο Μάρκους έκανε να πιάσει ένα κομμάτι πανοπλίας....

Η Τζέινα πλησίασε τον Μάρκους. Ένα συναίσθημα θάρρους την κατέκλυσε....


Θυμήθηκε τα παιδικά της χρόνια. Τον πατέρα της στα καράβια. Το μοναδικό πραγματικό σπιτικό που γνώρισε. Άκουσε τη φωνή του να της επαναλαμβάνει ξανά και ξανά σε έντονο τόνο: «Τα λάθη είναι ανεπίτρεπτα…». Ήταν αυστηρός. Πολύ αυστηρός. Αυτό όμως το στοιχείο του χαρακτήρα του την είχε κάνει αυτό που ήταν. Την αγαπούσε. Την αγαπούσε πολύ και φρόντιζε πάντα να της το δείχνει. Με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο. Είχε καταφέρει επάξια ν’ αναπληρώσει το κενό της μητέρας που δε γνώρισε ποτέ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1