...από το ημερολόγιο του Denzon Ronvas

Νιώθεις ότι η ζωή σου είναι σκατά; Ότι ο Θεός, η μοίρα ή όπως διάολο το αποκαλείτε όλοι εσείς, δε σου χαρίστηκε σε τίποτε;

Μήπως η μητέρα σου ήταν πόρνη; Ή μάλλον κεράτωσε τον πατέρα σου με τον ίδιο τον πατέρα σου που τελικά δεν ήταν αυτός, παρά ένα πλάσμα του νεραϊδόκοσμου που καπηλεύτηκε τη μορφή του πατέρα σου;

Μήπως λιθοβολήθηκε μέχρι θανάτου, προτού προλάβεις να γευτείς έστω και μία σταγόνα γάλα από τα στήθη της που σε περίμεναν 9 μήνες να σου δείξουν τη θαλπωρή της μητρικής αγκαλιάς;

Μήπως ο πατέρας σου σε παραπέταξε σε κάποιο ποτάμι για να πεθάνεις από πνιγμό ή από κρύο, αν οι σπλαχνικοί Θεοί προλάβαιναν να σου κόψουν το νήμα της ζωής, προτού γίνεις βορά για κάποιο άγριο θηρίο;

Μήπως παρά το ότι σώθηκες, αντί να μεγαλώσεις μέσα σε μία κοινωνία από ανθρώπους και να λάβεις μάθηση, αξίες, την οικογενειακή εστία και τον έρωτα, μεγάλωσες σε έναν ανηλεή κόσμο φυσικής μαγείας που μόνο σε παραμύθι δε φέρνει;

Μήπως ενώ δεν είχες τίποτε να ζηλέψεις από κανένα άλλο παιδί γύρω σου, αντιμετωπίστηκες ως μιαρό, βδέλυγμα και απόκληρος;

Μήπως όταν για πρώτη φορά κατάφερες να νιώσεις την έννοια της λέξης σπιτικό, ο κόσμος που γνώριζες καταστράφηκε, το πέπλο της μαγείας σχίστηκε και σε ξέρασε σε μία ερημιά που ο ήλιος δεν ξεμυτίζει ποτέ; Που η σκιά βασιλεύει και ο πιο τρομακτικός σου εφιάλτης είναι ένα μικρό αστειάκι στα αιμοδιψή χείλη των πλασμάτων που κατοικούν εκεί;

Μήπως στα 10 σου έτη βρέθηκες για μία δεύτερη φορά χωρίς σπιτικό και για ακόμη μία φορά ολομόναχος;

Μήπως σε έχουν κυνηγήσει πλάσματα ξεχασμένα από το θάνατο, μέσα σε βαλτοτόπια και νεκρή βλάστηση, μέχρι που τα δέρματα που χρησιμοποιούσες για παπούτσια έλιωσαν και τα πέλματά σου ξεσκίστηκαν, φανερώνοντας τα κόκκαλα της πατούσας σου και όλα αυτά όχι για να γίνεις η τροφή τους, παρά μόνο για τη χαρά του κυνηγιού;

Μήπως το φως που ξεπρόβαλε μέσα στη νυκτιά και ζέστανε στιγμιαία την καρδιά σου γεννόντας μία κρυφή ελπίδα ότι ίσως τη γλύτωνες, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ο σαδιστής άρχοντας των απέθαντων αυτών πλασμάτων που σου επεφύλασσε ένα μέλλον σκλαβιάς, υποταγής και βασανιστηρίων;

Μήπως τα χέρια σου είναι τόσο βρώμικα πλέον που αν χάριζαν ένα χάδι, θα κινδύνευαν να μολύνουν το άτομο αυτό με κάθε ανίερη ασθένεια;

Αν τα βάσανά σου δε μοιάζουν στο παραμικρό με οποιοδήποτε κομμάτι της ιστορίας αυτής, μη με κοιτάς με αυτολύπηση. Έχεις 2 επιλογές. Ή κόψε το λαιμό σου και απελευθέρωσέ τον κόσμο αυτόν από ένα ακόμη παράσιτο, ή πάλεψε με ότι όπλο έχεις, μέχρι να μην έχεις πια δύναμη ή μέχρι να κατακτήσεις αυτό που δικαιωματικά σου ανήκει!


14 χρόνια στη  Γη της σκοτεινιάς, το Shadowfell. Εκεί όπου οι σκιές βασιλεύουν και οι εφιάλτες έχουν σάρκα και οστά ή μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι αιθέριοι. Σαν οπτασία. Μα μη πιστέψεις για μία στιγμή πως είναι αποκύημα της φαντασίας σου. Σκιές ζωντανές. Θανατηφόρες! Με διαβολική βούληση και άσβεστη δίψα. Ικανές να σου παγώσουν το αίμα μόλις τις αντικρύσεις, ή να απομυζήσουν τη ζωτική σου ενέργεια, με ένα θανατερό τους άγγιγμα.

Για 14 χρόνια αποκαλούσα το μέρος αυτό “σπίτι”. Τουλάχιστον, το μέρος όπου κατοικούσα. Επιβίωνα. Και μάλιστα, για περισσότερα από 9 χρόνια, χωρίς καμία αξίωση για τη ζωή μου. Χωρίς κανένα όνειρο για το μέλλον. Παρά μόνο τη λύτρωση που επεφύλασσε ο θάνατος.Ο άρχοντας Arognar Virthu, ένας πολύ ισχυρός μύστης του κόσμου εκείνου, δεν έχανε ευκαιρία να μου θυμίζει πως η ζωή μου του ανήκε. Του ανήκε από την πρώτη στιγμή που με περιέσωσε από τα απέθαντα “κυνηγόσκυλά” του και με οδήγησε στον πύργο του.

Οι μέρες που ακολούθησαν, ήταν ημέρες μαρμότας. Μία ρουτίνα που έκανε την ψυχή μου στιγμή με τη στιγμή να μαραίνεται και να σκουριάζει. Και ο εκλιπων ήλιος, ενέτεινε το βάρος στην καρδιά μου και έπνιγε τη σκέψη μου στο σκοτάδι.

Τη μέρα ή όπως μπορούσες να αποκαλέσεις εκείνη την ώρα της ημέρας όπου σε οποιοδήποτε άλλο μέρος, κανονικά θα έλαμπε ο ήλιος, δεν έβρισκα στασίδι να ξαποστάσω. Ακολουθούσα μέχρι εξαντλήσεως πιστά τις διαταγές του “σκοτεινού άρχοντα”. Χαμαλοδουλειές και αγγαρείες, χωρίς διάλειμμα καν για νερό και οι οποίες συχνά συνοδεύονταν από μαγικά καψώνια και βασανιστήρια. Το αγαπημένο του; Εκείνο το αόρατο μαγικό χέρι με το κερί που έσταζε πάνω μου το καυτό του σώμα και έκαιγε το δέρμα μου, γεμίζοντας τις παλάμες και τα χέρια μου με φουσκάλες.

Μα οι νύχτες δεν ήταν καλύτερες. Το κορμί ξάπλωνε να ξεκουραστεί, όμως ο νους δεν ξαπόσταινε. Τον στοίχειωναν οι ίδιοι εκείνοι εφιάλτες που αποκαλούσαν το Shadowfell, πατρίδα. Συχνά ονειρευόμουν πως βρισκόμουν καταμεσής ενός πεδίου μάχης. Ο ορίζοντας γύρω τριγύρω φλεγόταν και φώτιζε την πλάση με ένα αχνό φως. Ο ουρανός ολοσκότεινος και ολοένα χαμήλωνε. Λες και μαύρα, πυκνά πλοκάμια που ξεπηδούσαν μέσα από τις αναρίθμητες εστίες φωτιάς, τον τραβούσαν αδιάκοπα προς τη Γη. Το πεδίο, ένα απέραντο νεκροταφείο. Σώματα με λιγοστά απομεινάρια σάρκας, σαν υπολείμματα μίας μάχης που είχε τελειώσει από καιρό, μα οι πεσόντες αρνούνταν να ξεχάσουν. Σάλευαν και αναδεύονταν και σιγοσφύριζαν σαν φίδια που νιώθουν να απειλούνται, κάνοντας τα βήματά μου να παγώνουν στη θέση τους.

Η καρδιά μου χτυπούσε ασταμάτητα από τρόμο. Κάθε χτύπος, σαν ήχος από απαίδευτο μέταλλο στα χέρια σιδηρουργού, που το βαράει με μανία μέχρι να γίνει πιο λεπτό και από χαρτί. Κάπου μακριά, το έξαφνο κρώξιμο ενός κορακιού, μου έκοβε κάθε φορά την ανάσα και και με επανέφερε σε εκείνο το μικρό, σκοτεινό δωμάτιο με τα κουρέλια για κρεβάτι, όπου χρησιμοποιούσα ως υπνοδωμάτιο. Μα λίγη διαφορά είχε το “όνειρο” από την πραγματικότητα. Τουλάχιστον στα όνειρα είχα την ευκαιρία να ορθώσω ανάστημα. Να τιθασεύσω το φόβο μου. Κι έτσι κι έκανα. Κάποιο από τα πολλά ανήσυχα βράδια, δεν άφησα το κοράκι να με σκιάξει. Κράτησα την ανάσα μου και έκανα το πρώτο μου βήμα ανάμεσα από τους ανήμερους νεκρούς. Το κοράκι συνέχισε. Λες και ήθελε να το αναζητήσω. Οι νεκροί άπλωναν τα αποστεωμένα χέρια τους. Αρπάζονταν από τις μπότες μου, σαν να ικέτευαν για λύπηση και ολοένα σφύριζαν πιο έντονα. Δε με τρόμαζε όμως, τίποτα πλέον. Στο όνειρό μου μπορούσα να είμαι ατρόμητος. Τα παραμέριζα με κλωτσιές. Τους ξέφευγα με λακτίσματα και συνέχιζα να ακολουθώ το κορακίσιο κάλεσμα.

Σε ένα ξέφωτο πίσω από κάτι χαλάσματα, ένας μεγάλος ανθρωπόμορφος σκελετός, σαν κουφάρι γίγαντα των λόφων, ασάλευτος. Με το κεφάλι καρφωμένο στη γη και ένα εξίσου μεγάλο σπαθί να εξέχει από το πίσω μέρος του κρανίου του, στραμμένο με τη λαβή προς τον ουρανό. Ένα ξίφος που έμοιαζε φθαρμένο από τον πανδαμάτορα χρόνο. Με τη λεπίδα του σαν σκοροφαγωμένη, από τις πολλές τρύπες και εγκοπές. Μα η λάμψη του διόλου ξεθωριασμένη. Ο χειροφυλακτήρας με τη λαβή - που κατέληγε σε ένα ημικύκλιο - και το κυρίως σώμα του όπλου - καρφωμένο μέσα από το κρανίο στη γη, έδινε την αίσθηση ενός σταυρού που ιδανικά διακοσμούσε κάποιον τάφο. Λιωμένα υφάσματα που έφταναν χαμηλά μέχρι και τους αστραγάλους, κάλυπταν πλημμελώς λιγοστά μέρη του νεκρού σώματος.

Το κοράκι, στο μέγεθος σκύλου, έστεκε σαν βασίλισσα στο θρόνο της, όλο υπεροψία, στην άκρη του χειροφυλακτήρα. Διέταζε επιτακτικά με την εκνευριστική φωνή του να τείνω το βλέμμα μου προς αυτό. Σήκωσα το κεφάλι μου να το αντικρίσω. Εκείνο έμεινε να με περιεργάζεται, αμίλητο πλέον, γέρνοντας το κεφάλι του δεξιά ζερβά. Τα μάτια του έλαμπαν με ένα αλλόκοσμο φως, μα τι είχε λογική σε εκείνο ή σε οποιοδήποτε όνειρο;

Ξανακοίταξα την λεπίδα ίσια μέσα στο γυμνό και διάτρητο κορμί της. Μία φιγούρα ενός “γέρου” άνδρα με λευκά μαλλιά και μάτια μαύρα σαν το απόλυτο σκοτάδι που κάλυπτε μόνιμα τον ουρανό του Shadowfell, ξεχώρισε αχνά. Την εικόνα διέκοψε ένα σύντομο ρυθμικό χτύπημα πάνω σε μέταλλο, που γρήγορα συνοδεύτηκε από το πέταγμα του κορακιού. Αιωρήθηκε στο ύψος του προσώπου μου. Κάτι ξεχώρισε ανάμεσα στο ράμφος του. Άπλωσα το χέρι ασυναίσθητα, περίεργος να δω τι κρατούσε και το υπερμεγέθες κοράκι εναπόθεσε στην παλάμη μου, ένα κομμάτι από κοφτερό μέταλλο.

Το περιεργάστηκα μπερδεμένος, όταν έξαφνα συνειδητοποίησα την προέλευσή του. Με μάτια ορθάνοικτα ξανακοίταξα τη χιλιοτρύπητη λεπίδα. Ο σκελετός άρχισε να ταλαντεύεται βίαια, σαν να πάσχιζε να σηκωθεί από τον τάφο του. Το σφύριγμα από τους νεκρούς κορυφώθηκε. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Το κοράκι έκρωξε ξαφνικά μία ακόμη φορά και πέταξε ξυστά από το πρόσωπό μου με κατεύθυνση τον ουρανό. Σάστισα. Ένιωσα μία παρουσία πίσω μου. Έσφιξα δυνατά τις γροθιές μου σαν να ετοιμαζόμουν για μάχη. Το κομμάτι του μετάλλου που ήταν ξεχασμένο μέσα στη δεξιά μου χούφτα, διαπέρασε την παλάμη μου. Ο πόνος έντονος. Τόσο ζωντανός. Με έκανε σχεδόν να λυγίσω και να ξεχάσω οποιονδήποτε επικείμενο κίνδυνο. Ένιωσα το αίμα να κυλάει και τις σταγόνες να πέφτουν νωχελικά πάνω στο στέρφο χώμα, λες και όλα γύρω μου είχαν επιβραδυνθεί. Μία θηλυκή φωνή στη “σκοτεινή” γλώσσα των Shadar-kai αντήχησε από τα ουράνια. “Γίνε τα μάτια μου. Γίνε τα αυτιά μου, Γίνε το όπλο μου!”. Τα μαύρα σύννεφα εμποτισμένα με τους καπνούς από τις αιώνιες φωτιές, άστραψαν σαν να ερχόταν καταιγίδα. Μία βροντή τράνταξε συθέμελα το πεδίο και μικρές σταγόνες βρήκαν το δρόμο τους προς το πρόσωπό μου. Μα δεν ήταν βροχή. Όχι σαν τη βροχή που πέφτει και γεμίζει τα ποτάμια και τις γούρνες. Που ποτίζει τα δενδρά και τα λουλούδια. Ήταν αίμα που έπεφτε από τον ουρανό και σημάδευε ανελέητα το πρόσωπό και το σώμα μου και σύντομα την πλάση όλη. Δεν το απέφυγα. Δεν έκανα καν κίνηση να σκουπίσω το πρόσωπό μου. Σήκωσα το κεφάλι μου προς τον ουρανό και δέκτηκα το βάπτισμά του.


Οι νεκροί ολούθε, τινάσσονταν βίαια, σαν να τους είχε χτυπήσει μαγικός κεραυνός. Σφύριζαν, στριφογύριζαν και τσιτσίριζαν, σαν το αίμα που έπεφτε από ψηλά να τους έκαιγε.

Ήταν το τελευταίο ανήσυχο βράδυ μου! Την επόμενη μέρα, συνέβη μία αλληλουχία από περίεργα γεγονότα. Όταν σηκώθηκα, τα μαλλιά μου λες και είχαν ξεβάψει. Από χρυσαφένια, είχαν πλέον ένα ασημί χρώμα. Λες και είχα γεράσει μέσα σε μία νύκτα, μα κάθε άλλο παρά γερασμένος ένιωθα. Αργότερα, όταν οι δρόμοι μας διασταυρώθηκαν με τον Arognar, άκουσα μία φωνή μέσα μου να μου λέει να μην αποστρέψω το βλέμμα. Τον κοίταξα από τα νύχια ως την κορυφή, παρατηρώντας για πρώτη φορά το σήμα μίας κορακοκεφαλής που ξεχώριζε μέσα από τα διάφορα στρώματα υφασμάτων που φορούσε. Το πρόσωπό του παραμορφώθηκε από τα νεύρα, λόγω της απρέπειάς μου. Η συμπεριφορά μου επέσυρε τιμωρία και ήξερα καλά τι να περιμένω. Πρότεινα τα χέρια μου πριν καν προλάβει να ξεκινήσει τη γητειά του και καλέσει εκείνο το αόρατο χέρι. Λίγες μαγικές συλλαβές, μερικές απαλές κινήσεις των δακτύλων του αριστερού του χεριού και ησυχία. Στα φρύδια του εμφανίστηκαν μικρές ρυτίδες απορίας και προβληματισμού. Επανέλαβε τη μαγική ακολουθία και έπειτα ακόμη μία φορά. Έμεινα να τον κοιτάζω με ένα αυτάρεσκο βλέμμα. Τα μάτια του στένεψαν και έκανε κίνηση με να χτυπήσει με τα κοκαλιάρικα χέρια του. Συνέχισα να τον κοιτάζω αγέρωχος. Η επίθεσή του κόπηκε στα μισά, όταν ένας ψίθυρος αναδύθηκε από τα πνευμόνια μου, με μία στρεβλή και βαθιά χροιά: “Προδότη!”. Ένα σμήνος κοράκια πέταξαν κρώζονταν έξω από το κοντινότερο παραθύρι του διαδρόμου που στεκόμασταν. Ο Arognar σα χαμένος, κοίταζε πότε εμένα και πότε το παραθύρι. Γύρισε και χάθηκε σε κάποιο από τα ιδιαίτερα δωμάτιά του. Από εκείνη την ημέρα, δε συνάντησα ξανά ούτε έναν από τους απέθαντους υπηρέτες του.

Η ζωή μου είχε αλλάξει, λες και κάτι με προστάτευε και τροφοδοτούσε την ψυχή μου με δύναμη. Τις επόμενες ημέρες ο αλλαγμένος άρχοντας Άρογκναρ, μου έκοψε πολλές από τις αγγαρείες. Με πήρε σε έναν χώρο που έμοιαζε με μελετητήριο και μoυ είπε με περιφρόνηση: “Ξεστραβώσου. Μάθε κάτι, μήπως γίνεις χρήσιμος!”. Μου έδωσε μέχρι και ένα κανονικό δωμάτιο να μένω. Σιγά σιγά, άρχισε να μου μαθαίνει για τον ύψιστο Θεό που εξουσίαζε το Shadowfell. Την Κορακοβασίλισσα. Τα ιδανικά της ως προς τη Ζωή, τη Γνώση και κυρίως το Θάνατο - τους βδελυρούς απέθαντους. Μου έμαθε για τα όπλα που κατασκεύασε με τη σοφία και την παντοδυναμία της και μέσα σε αυτά εμφύσησε αρκετή από την Θεϊκή της δύναμη. Μου έμαθε τις αρχές της συμβιωτικής μαγείας και πως μπορούσε το άτομο να λειτουργεί ως ενδιάμεσος της οντότητας με την οποία ένας μύστης συνέρχεται σε συμφωνία.

Στο πρόσωπό και στις εκφράσεις του Άρογκναρ, υπήρχε πάντα η ανάγκη. Ένας κρυφός λόγος για τον οποίο είχε αλλάξει τόσο ριζικά απέναντί μου. Δεν έδειχνε όμως να ευχαριστιόταν την αλλαγή αυτή. Σαν να μην ήταν δική του επιλογή. Στα 5 χρόνια που ακολούθησαν, δεν τον ξαναείδα ούτε να επικαλείται τη γητειά του μαγικού χεριού που πλέον γνώριζα και μπορούσα ο ίδιος να σκαρώσω, ούτε και να χρησιμοποιεί απέθαντα πλάσματα ως υποτακτικούς. Μου παραχώρησε άδεια να πηγαινοέρχομαι στον πύργο του όποτε ήθελα και ένα χώρο στο υπόγειο όπου είχα μετατρέψει σε δωμάτιο εξάσκησης. Βαθιά στην καρδιά μου, μου μιλούσε ο Shrapnel ο Sentient και όσο πιο καθαρά άκουγα τις επιταγές του, τόσο δυνάμωνα πνευματικά και μαζί μου οι υπερφυσικές ικανότητές μου. Εξασκήθηκα στη μάχη από απόσταση και σε μαγικές δυνάμεις που σκοπό είχαν να καταστείλουν τους αντιπάλους. Πολλές φορές τριγυρνούσα στις εγγύς ερημιές, αναζητώντας απέθαντα και άλλα διαβολικά πλάσματα, για να βελτιώσω την τέχνη μου. Δε με ένοιαζε τόσο να ευχαριστήσω τη Θεά. Οι Θεοί ήταν αυτοί που μου είχαν δώσει 2 δεκαετίες άθλιας ζωής και πλέον τις αποφάσεις θα τις έπαιρνα αποκλειστικά εγώ. Κυνηγούσα για να ξεσπάσω για όλα τα τραγικά χρόνια που είχα ζήσει. Κυνηγούσα για να εκδικηθώ. Η χάρη από το νεραϊδοαίμα που έρεε μέσα μου, με προστάτευε κρατώντας με πάντα σε απόσταση από τους επίδοξους θηρευτές και αρκετές φορές, ενίσχυε την επίδρασή μου πάνω τους με μία γητειά κατάρας που έφερε τη σφραγίδα του νεραϊδόκοσμου.

Ο Άρογκναρ κοιτούσε με φθόνο να απολαμβάνω τη χάρη του προστάτη μου και να ανεβαίνω σε δύναμη. Πλέον έλειπε για μέρες και όταν επέστρεφε, δεν ανταμώναμε καν. Όχι πως με ενδιέφερε. Εξάλλου η λύπηση για την κατάσταση που είχε περιέλθει, με κρατούσε από το να τον στείλω στο αιώνιο ταξίδι. Σίγουρα όμως κάτι έψαχνε. Εξάλλου ότι και αν του είχε στερηθεί και για οποιονδήποτε λόγο, εξακολουθούσε να έχει διαθέσιμα τα δυνατότερα εφόδιά του. Τη γνώση που είχε αποκτήσει με τα χρόνια, τις διασυνδέσεις του και όλα τα μαγικά μπιχλιμπίδια που είχε συσσωρεύσει στον πύργο του. Θα έπαιρνα όρκο ότι κατά την τελευταία εξόρμησή του, άκουσα κροταλίσματα από το δωμάτιό του, που έμενε πάντα κλειδωμένο. Εκείνη την ημέρα, μία περίεργη αίσθηση είχε σκαρφαλώσει στο μυαλό μου. “Τρέξε στο μελετητήριο!”, άκουσα τη γνώριμη φωνή του προστάτη μου να με διατάζει. Μία άγνωστη εικόνα σχηματίστηκε στο μυαλό μου. Μία πεδιάδα, στα ριζά ενός βουνού. Κατάλαβα ότι με προέτρεπε να χρησιμοποιήσω τον καθρέπτη τηλεμεταφοράς και μάλιστα όσο πιο γρήγορα γινόταν. Έτρεξα με όλη μου τη δύναμη χωρίς να χασομερήσω για οτιδήποτε. Ήξερα που έκρυβε τη φράση ενεργοποίησης του, ο Άρογκναρ. Συγκεντρώθηκα στην άγνωστη τοποθεσία που είχε αποτυπωθεί στο μυαλό μου. Το είδωλο μου πνίγηκε στους κυματισμούς του μαγικού καθρέπτη, καθώς σταδιακά εμφανιζόταν ένας νέος, γνώριμος, ξένος τόπος. Ένα νέο κεφάλαιο. Πήδηξα μέσα χωρίς δεύτερη σκέψη. Σε μία στιγμή κάθε σκοτεινιά είχε ξορκιστεί, κάθε σκιά που πάγωνε την καρδιά μου. Τα μάτια μου δυσκολεύτηκαν να προσαρμοστούν στο φως του μεσημεριού, μα δεν είχαν ξεχάσει όλα αυτά τα 14 χρόνια. Ένα χαμόγελο δραπέτευσε αβίαστα από τα χείλη μου, καθώς το δέρμα μου απολάμβανε κάθε ακτίδα του ήλιου που έπεφτε πάνω του, αψηφώντας τον παγωμένο φθινοπωρινό αγέρα που κατηφόριζε από τα βορινά βουνά.

Ντενζόν;”, μία άγνωστη κενή φωνή με κάλεσε, Ποιος με ήξερε και μάλιστα εδώ! Ίσως κάποια πλάνη του Άρογκναρ, μα πλέον θα το πλήρωνε. Έσφιξα τις γροθιές μου και κάλεσα ένα εγχειρίδιο στα χέρια μου, έτοιμος να το πετάξω προς τον εχθρό, πιάνοντας τον απροετοίμαστο. Μα το ένστικτό μου, εκείνη η εσωτερική φωνή που με προστάτευε, μου έλεγε κάτι άλλο. ‘Ενας τύπο καλυμμένος με μία μαύρη κάπα μέσα από την οποία ξεχώριζε μία ελαφριά πανοπλία και ένα φουλάρι που άφηνε μόνο τα ρυτιδιασμένα καστανά μάτια του να ξεχωρίζουν. “Valathor Quen”, αποκρίθηκε και εμφάνισε από το πουθενά μία μικρή βαλίστρα στα χέρια του, ίσα για να την εξαφανίσει την αμέσως επόμενη στιγμή. “Φαίνεται ότι έχουμε έναν κοινό προστάτη να φυλάει τα νώτα μας. Καλωσήλθες στη Λυκοφωλιά!” και έδειξε με το κεφάλι του προς τους πρόποδες του βουνού, όπου με λίγη προσοχή, κάτι φαινόταν παράταιρο.

Η “Λυκοφωλιά” ήταν ένα μέρος εκπαίδευσης. Μία μυστική σχολή - οργάνωση, που ειδικευόταν σε λίγο πιο σκοτεινές τέχνες. Στην ικανότητα της παραπλάνησης και της κατασκοπείας, της σαγήνευσης και του ψεύδους. Οι λίγοι διαλεκτοί μαθητές, πέρα από την ιστορία του κόσμου αλλά και τη λειτουργία της μαγείας, μελετούσαν την ψυχολογία του ατόμου και τεχνικές με τις οποίες κάποιος μπορούσε να παρεισφρήσει με τα λόγια στις σκέψεις του άλλου και να του εμφυσήσει τον τρόμο, ή ακόμη και να του προκαλέσει οδυνηρό ψυχικό πόνο, ο οποίος μπορούσε να οδηγήσει μέχρι και στο θάνατο. Κάποιοι λιγοστοί που θα κατάφερναν να προχωρήσουν, θα ειδικεύονταν σε ακόμη πιο σκοτεινές τεχνικές. Ικανότητες με τις οποίες κάποιος μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα της ψυχής ενός ατόμου που εξέπνεε μπροστά του, παραπλανόντας το θάνατο και κλέβοντας για λίγο την ταυτότητά του νεκρού. Μα υπήρχε μία βασική προϋπόθεση. Για όσο ζούσες, ήσουν ένα όπλο στη φαρέτρα της οργάνωσης, ακολουθώντας τους σκοπούς και τις επιταγές της πιστά. Και υπήρχαν μόλις 2 τρόποι για να αποχωρήσεις. Είτε εφόσον έπεφτες στο καθήκον ή  αν πέθαινες από φυσικά αίτια.

Η οργάνωση αυτοπροσδιοριζόταν σαν μία ουδέτερη δομή που αρεσκόταν να μην παίρνει θέση στη διαμόρφωση της ιστορίας του κόσμου, εκτός και αν μπορούσες να αγοράσεις τις υπηρεσίες της. Αρκούταν να κινείται στις σκιές και να συλλέγει πληροφορίες για όλο τον κόσμο. Εξάλλου, δεν υπάρχει μεγαλύτερη εξουσία πάνω σε κάποιον από το να γνωρίζεις τα πιο ενδόμυχα μυστικά του. Και ένα είναι σίγουρο. Όλοι μας έχουμε σκοτεινά μυστικά! Είτε είσαι βασιλιάς, ο επικεφαλής μίας θρησκείας ή ακόμη και τα μέλη του συμβουλίου μίας πολιτείας.

Όσο για τη νέα μου ζωή, η δυνατότητα να ανήκω κάπου με είχε συνεπάρει και σε αυτό έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο ο Valathor. Χαριστικά μου δόθηκε μία περίοδος χάριτος 1 μήνα. Στο τέλος των 30 ημερών, θα αποφάσιζα αν θα έμενα μόνος στην ερημιά, ή θα προσχωρούσα ως μαθητευόμενος στην οργάνωση. Σε κάθε περίπτωση, η ασφάλεια της οργάνωσης θα διασφαλιζόταν. Στο διάστημα αυτό, η παρέα με τον Valathor με βοήθησε να νιώσω επιτέλους άνθρωπος. Το κομμάτι αυτό που είχα στερηθεί από την πρώτη στιγμή μου, πάνω σε αυτή τη γη. Ο Valathor είχε αμιγώς καταγωγή από τη φυλή των ανθρώπων. Ήταν γύρω στα 45, μέτριου αναστήματος, με επιδεξιότητα που θα ζήλευαν οι περισσότεροι και η χάρη του Shrapnel έρεε ισχυρή μέσα του. Ήταν καθηγητής σε θέματα αποκρυφιστικής μαγείας, μα εκείνες τις μέρες, τις αφιέρωσε όλες σε εμένα. Εξερευνούσαμε τα βουνά και τις γύρω περιοχές, κυνηγούσαμε, κοιμόμασταν κάτω από τον έναστρο ουρανό και για πρώτη φορά, συζητούσα για το μέλλον. Ένα μέλλον που νόμιζα ότι πλέον κρατούσα απόλυτα στα χέρια μου. Ο Shrapnel είχε σιγήσει, λες και είχε αφήσει όλο το βάρος της απόφασης σε εμένα. Έτσι δεν άργησα να πω το ναι και να γίνω “Λυκόπουλο”. Έτσι αποκαλούσαμε όλους τους μαθητές.

Οι ικανότητες και οι γνώσεις μου, μου επέτρεψαν να προχωρήσω γρηγορότερα από άλλους μαθητές. Στα 2 μου χρόνια, έλαβα την πρώτη μου αποστολή. Να ανακαλύψω τι κρυβόταν πίσω από την ταχύτατη ανάπτυξη της δύναμης του Δούκα Φέρενγκαρ του Ντάγκερφορντ και τελικά, να την ανακόψω. Μία καλά “φυτεμένη” καρφίτσα των Χάρπερς, μισητών ανταγωνιστών των Ζενταρίμ που εποφθαλμιούσαν ουσιαστικά μία θέση στο συμβούλιο της Γουότερντιπ, ήταν αρκετή. Ανέτρεψαν μόνοι τους τα σχέδιά τους, θεωρώντας πως ο δούκας έπαιζε σε διπλό ταμπλό. Μέσα στον ίδιο χρόνο, ταξίδεψα στην Αθκάτλα. Νέος διοικητής της φρουράς της πόλης, ένας αξιοπρεπής Ιππότης με ευγενή καταγωγή. Δίκαιος, νομοταγής, αρεστός και με μεγάλη επιρροή. Όμως αυτό δεν άρεσε σε κάποιους. Τελικά ο φόβος να μη μαθευτεί η ερωτική του σχέση με έναν από τους ακολούθους του, τον έκαναν μέσα σε 2 μήνες να παραιτηθεί και να εγκαταλείψει έξαφνα την πόλη όπου ανατέλλουν 2 ήλιοι.

Μέσα σε 6 χρόνια, είχα γυρίσει όλες τις μεγαλουπόλεις της Ακτής του Σπαθιού. Είχα φτάσει ακόμη και μέχρι τη Σίλβεριμουν και την απόμακρη κοινοπολιτεία της Δεκάπολης. Ζούσα επιτέλους μία ζωή γεμάτη δράση και εμπειρίες. Έχοντας αφήσει πίσω μου για πάντα, την καταχνιά και την κατήφεια όλων των προηγούμενων χρόνων. Μα μόνο όταν έλαβα την αποστολή μου στη Λουσκάνη, κατάλαβα πόσο πολύ μου ανήκε η ζωή μου. Μπορεί να όριζα εγώ τα βήματά μου, όμως όχι και τον προορισμό μου. Ο άρχοντας Γουίδερλοου περίμενε επιτέλους διάδοχο. Αυτό όμως δεν άρεσε σε έναν από τους τέσσερις μεγάλους καπετάνιους. Να στερείς τη ζωή από ένα βρέφος... Στα ροδοκόκκινα μάγουλά του, είδα μία γνώριμη ιστορία που προσπαθούσα να θάψω για πάντα. Έπεισα τον εαυτό μου πως κατά κάποιο τρόπο το έσωνα. Ότι έτσι δε θα πονούσε ποτέ στη ζωή του. Δεν έμεινα στιγμή για να ακούσω τις σπαρακτικές κραυγές των γονιών. Δε φοβόμουν να ρισκάρω τη ζωή μου. Δε φοβόμουν καν ποιον θα συναντούσα απέναντί μου. Όμως στην πραγματικότητα ήμουν ένας δειλός!

Η πρόσφατη αποστολή μου, με φέρνει στη Μίραμπελ την παγωμένη ήπειρο. Το Τελευταίο Σύνορο! Μία περίεργη καταχνιά έχει τυλίξει τον τόπο. Πόσο μου θυμίζει το Shadowfell... Ταιριάζει με την καρδιά και τις σκέψεις μου. Ίσως να σχετίζεται, ίσως πάλι και όχι. Ο Σράπνελ ο Νοήμων παρακολουθεί βουβά. Το νιώθω. Τα φαντάσματα γύρω μου δεν ηρεμούν. Ζητούν διαρκώς μία απάντηση στην ερώτηση: “Γιατί;”. Αποζητούν εκδίκηση. Ξέρω ότι οι δικές μου επιλογές με οδήγησαν εδώ. Πλέον δεν ψάχνω δικαιολογία σε κάποιον άσπλαχνο Θεό ή σε μία ηλίθια έννοια που λέγεται “Πεπρωμένο”. Δεν ψάχνω για λύτρωση. Δεν την αξίζω!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

UA-48507976-1